Κοινοποιείστε το άρθρο

΄΄Ο Θεός΄΄Απόσπασμα από το ανέκδοτο μυθιστόρημα -΄΄Ένα ποτήρι νερό… όταν διψάς΄΄ Νίκη Μπλούτη

Άφησε αργά το ακουστικό στη θέση του κι έψαξε ασυναίσθητα στην τσέπη της το κοκαλάκι των μαλλιών της. Τα μάζεψε ψηλά για να μην την ενοχλούν κι επιστράτευσε τις δυνάμεις της για να συνεχίσει στο δωμάτιό της.

Άνοιξε την πόρτα, τράβηξε τις κουρτίνες, έβγαλε τα ρούχα ν’ αεριστούν στο μπαλκόνι, τακτοποίησε τα βιβλία που είχαν ξεμείνει απ’ την προηγούμενη στο πάτωμα, τα τοποθέτησε στα ράφια . Ξεσκόνισε τριγύρω κι ύστερα πήρε σειρά το μπάνιο. Όταν τέλειωσε πια ότι είχε να κάνει με τις δουλειές, εκτός από το φαγητό που θα το ετοίμαζε αργότερα για να είναι ζεστό, άρχισε ν’ ασχολείται με τον εαυτό της.

   Έκανε ένα χλιαρό ντους , έπλυνε το πρόσωπό της σχολαστικά με γαλάκτωμα, το πέρασε με λοσιόν κι έμεινε μπροστά στον καθρέφτη να μετράει τις πρώτες αχνές ρυτίδες που ανέτειλαν για να της θυμίσουν πως τα χρόνια περνούσαν. Άπλωσε τη κρέμα με αργές κινήσεις στο δέρμα της και σκεφτόταν πως ποτέ δεν θα ήθελε να παραμελήσει τον εαυτό της. Παρέμενε έτσι πιστή στις προηγούμενες συνήθειές της ,όπως έκανε και τότε μαζί του. Πίστευε πάντα πως μια γυναίκα όφειλε να είναι θηλυκή, γι’ αυτό και φρόντιζε το ντύσιμό της, τις κρέμες της, το άρωμά της. Έρχονταν όμως στιγμές που όλα αυτά τη βύθιζαν  περισσότερο στη θλίψη και στην απόγνωση.

 Το μόνο βάλσαμο σε περιόδους θλίψης ήταν ο ύπνος. Έπεφτε εκούσια σ’ έναν ύπνο βαθύ λυτρωτικό. Έπεφτε με τα μούτρα να κρυφτεί, να σκεπαστεί, να ξεχάσει… Υπήρχαν ώρες που όση φασαρία κι αν γινόταν στο σπίτι απ’ τα παιδιά, στεκόταν αδύνατο να τη βγάλουν απ’ το γλυκό της λήθαργο, μόνο αν κάποιο απ’ τα κορίτσια πήγαινε από πάνω της και τη σκουντούσε δυνατά με τα χεράκια της , μόνο τότε συνερχόταν.

  ‘’Μαμά ξύπνα …ξέρεις πόσες ώρες κοιμάσαι; Τέλειωσα τα μαθήματά μου, θα σηκωθείς να σου τα πω;’’ Της φώναζε συνήθως η Ελενίτσα κι  άλλοτε ήταν η Μαρία που χωνόταν στην αγκαλιά της και της ψιθύριζε, ‘’Μαμά, ξύπνα καλή μου, θα σου φτιάξω καφέ’’ και την τρέλαινε στα φιλιά. Απολάμβανε την τρυφερότητα από μέρους των παιδιών, την συγκινούσαν αφάνταστα όταν εκδήλωναν την αγάπη τους  μ’ αυτόν τον τρόπο. Καμώνονταν τους μεγάλους κι αφειδώλευτα της χάριζαν τη στοργή και την παρηγοριά τους. Τις ώρες εκείνες αισθανόταν στ’ αλήθεια σαν παιδί κι αφηνόταν στις φροντίδες τους μ’ ευχαρίστηση.

   Γύρισε στο δωμάτιό της κι άρχισε να ντύνεται, το βλέμμα της παρασύρθηκε ξανά σ’ ένα απ’ τα παιχνίδια της. Παρατηρούσε το κάθε αντικείμενο γύρω της με προσοχή, καθένα απ’ αυτά και μια ανάμνηση. Άνοιγε ένα-ένα τα μπουκαλάκια με τ’ αρώματα και κάθε μυρωδιά ξετύλιγε μια τρυφερή στιγμή από το παρελθόν. Ξεφύλλιζε τα βιβλία κι από κάθε σελίδα ξεπηδούσε μια γλυκιά ανάμνηση. Χάζευε τις φωτογραφίες στις κορνίζες, ταξιδεύοντας νοερά πίσω στο χρόνο που μ’ ένα κλικ της μηχανής αιχμαλώτισε αυτές τις υπέροχες στιγμές στην αγκαλιά του.  

  Έπαιζε με τον εαυτό της δοκιμάζοντας συνεχώς τις αντοχές της. Έκανε, απ’ τη στιγμή που χώρισε, ακριβώς τ’ αντίθετα από κείνα που θα προσπαθούσε ν’ αποφύγει ένας φυσιολογικός άνθρωπος που πάλευε να ξεχάσει. Μα εκείνη όχι. Αρνιόταν πεισματικά ν’ αφεθεί στη λήθη, πώς ήταν δυνατόν να θέλει κάτι τέτοιο; Άλλωστε γνώριζε καλά πως όσο κι αν το επιδίωκε δεν θα ήταν ποτέ εφικτό.

  Αναρωτιόταν συχνά ποιος χωρισμός μπορεί να πονάει περισσότερο, ο ζωντανός ή αυτός που μόνο ο θάνατος μπορεί να επιφέρει; Το συζητούσε και με τη Χριστίνα αρκετές φορές, η ίδια παλιά ήταν τόσο αμετάπειστη στις θέσεις της, που τώρα πια αναγνωρίζει κι αναγκάζεται ν’ ανακαλέσει , πως ποτέ κάποιος δεν είναι τόσο ώριμος , ώστε ν’ αντέξει και ν’ αντιμετωπίσει καταστάσεις που στα λόγια όχι μόνο είναι εύκολες, αλλά φαντάζουν κι οι σωστές. Όταν όμως καλείσαι απ’ την ίδια τη ζωή να παίξεις τον πρωταγωνιστικό ρόλο σ’ ένα σενάριο χωρισμού, μιας προδοσίας , ενός μεγάλου έρωτα κι αυτός δεν είναι άλλος απ’ τον δικό σου, τότε ξεχνάς αυτόματα όλες τις παρόμοιες ταινίες που έχεις παρακολουθήσει  κι έχεις ταυτίσει τον εαυτό σου ίσως με τον ήρωα, ξεχνάς ακόμα και τις συμβουλές που τόλμησες να δώσεις σε κάποιους δικούς σου όταν αντιμετώπιζαν τα ίδια. Πρώτα κάνεις μια βουτιά στο κενό από εκατοντάδες μέτρα ψηλά, παίρνοντας μάλιστα την κατάλληλη στάση. Δεν το κάνεις αδέξια, μα το αναζητάς ,βάζεις όλη σου τη δύναμη, κρατώντας το κορμί τεντωμένο και τα χέρια προς τα εμπρός , έτσι ώστε να φτάσεις πιο γρήγορα στην λύτρωση που ευελπιστείς εκεί να βρεις. Και σαν φτάσεις;

  Ανακαλύπτεις πως συνεχίζεις να ζεις, το σώμα σου παραμένει άθικτο, χωρίς μώλωπες ή γρατζουνιές , να μαρτυρούν όσα  πέρασες, μόνο μέσα σου νιώθεις να αιμορραγείς, να στάζει η θλίψη σου σταγόνα-σταγόνα και στο τέλος να ξεχειλίζει. Δεν θέλεις κανένα χέρι βοήθειας, δεν γυρίζεις καν τα μάτια σου να κοιτάξεις ψηλά, να ζυγίσεις από πού έπεσες, γι’ αυτό που είσαι σίγουρος πια, είναι πως επιθυμείς διακαώς να μείνεις εκεί για πάντα.

  Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε που χώρισε, κι εκείνη παραμένει ξεχασμένη εκεί κάτω. Ανεβαίνει βέβαια καθημερινά για τους δικούς της και υποκρίνεται πως ζει, αλλά τις ώρες που είναι μόνη, κάνει συνεχώς αυτή τη βουτιά με την ίδια  ζέση που την έκανε για πρώτη φορά κι ίσως με πιο πολλή ευχαρίστηση. Κλείνει τα μάτια κι αφήνεται να πέφτει στο κενό, απολαμβάνει την πτώση της και το μόνο που παρακαλεί πια, είναι να μη χρειαστεί να βγει για κανέναν.

 Άνοιξε τα μάτια της και προσπάθησε να πιάσει το ρολόι απ’ το κομοδίνο. Ήταν νωρίς ακόμα, τα παιδιά κοιμόντουσαν. Γύρισε πλευρό κι έκανε προσπάθεια να συγκεντρωθεί, μήπως και καταφέρει να ξαναφέρει στο μυαλό της το όνειρο που λίγο πριν την είχε ξυπνήσει. Παράξενο! Αυτό το όνειρο τη συνόδευε από μικρή, το ‘χε συνδυάσει μάλιστα με την ευτυχία της. Την αλλοτινή.

  Ήταν παιδί κι έτρεχε, λέγοντας στον εαυτό της ‘’τώρα θα σηκώσω τα φτερά μου να πετάξω…’’ Κι αυτό γινόταν. Με το που σήκωνε τα χέρια της ψηλά άρχιζε σιγά-σιγά ν’ ανεβαίνει και χωρίς να καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια, κουνώντας μονάχα τα χέρια της αργά, πετούσε ψηλά, συνήθως πάνω απ’ το σχολείο της, πάνω από δέντρα χαζεύοντας τα πουλιά και τις φωλίτσες τους, πάνω από σπίτια γνωστών και φίλων. Αισθανόταν χαρούμενη κι ευτυχισμένη! Το απολάμβανε! Ένιωθε μια γλυκιά ευφορία να την τυλίγει κάθε φορά μετά το συγκεκριμένο όνειρο. Το θεωρούσε πια κάτι σαν προμήνυμα χαράς.

  Σηκώθηκε και περπάτησε ως το παράθυρο, έριξε μια ματιά έξω τραβώντας την κουρτίνα. Χάζεψε τα κοιμισμένα σπίτια, τον μισοσκότεινο ουρανό, τις σκιές των βουνών που διαγράφονταν στο βάθος. ‘’Ο Θεός’’, μουρμούρισε αναστενάζοντας και μια δόση νοσταλγίας ήρθε και φώλιασε μέσα της, σαν πουλάκι που γύρευε τη ζεστασιά της φωλιάς του.

   Όταν ήταν μικρή τρελαινόταν να κρατάει συντροφιά στη γιαγιά της. Παρίστανε τη μεγάλη, τη δασκάλα. Αυστηρή μ’ ένα βιβλίο στο χέρι καθόταν δίπλα στη σόμπα με τα ξύλα στο δωματιάκι της γιαγιάς κι εκείνη απέναντί της στο σκαμνάκι. Το παιχνίδι τους άρχιζε μόλις κι οι δυο έπιαναν τις θέσεις τους.

–Λοιπόν, έκανε επιστρατεύοντας το αυστηρό της ύφος η δασκάλα και κοιτούσε τη μαθήτριά της, που δεν ήταν άλλη απ’ την αγαπημένη της γιαγιά και δε χαλούσε ποτέ χατίρι της εγγονής της. Πες μου παιδί μου, τι είναι ο Θεός;

–Ο Θεός κυρία είναι τα πάντα γύρω μας, είναι τα δέντρα, τα πουλιά, ο ουρανός, η θάλασσα, τα βουνά, η βροχή, ο αγέρας…

–Ωραία, καλά τα πήγες και σήμερα, έλεγε η δασκάλα και συνέχιζε με άλλες ερωτήσεις την εξέταση. Σαν κουραζόταν ή βαριόταν, παρατούσε το βιβλίο και χωνόταν στην ποδιά της γιαγιάς της. Τότε ρωτούσε σαν παιδί με βλέμμα γεμάτο απορία ‘’αλήθεια γιαγιά μου ο Θεός είναι όλα αυτά;’’ Η γλυκιά γιαγιά της έγνεφε με το κεφάλι της και της χάιδευε τρυφερά τα μαλλιά όσο εκείνη παρέμενε στην αγκαλιά της. Η γιαγιά ποτέ δε βαριόταν.

 

   

  

 

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο