ΕΙΔΗΣΕΙΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΤΑΞΙΔΙΑ, ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
ΟρθοδοξίαΣυναξάρι

Άγιος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης – Ο Εν Ευβοίας: Ο βίος, τα θαύματα και οι θείες εμπειρίες της ζωής του!

Σήμερα 22 Νοεμβρίου τιμάται ο Άγιος Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης – Ο Εν Ευβοίας: «Όταν τελειώσει η προθεσμία μας θα φύγουμε. Πόσο θα ζήσουμε;» και «ἐπιμελείσθε δέ ψυχῆς πράγματος ἀθανάτου»

 

Γράφει ο θεολόγος Γιώργος Φουκαδάκης 

 

Α΄ Συγκλονιστικά γεγονότα του Βίου

Ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης, ο εν Ευβοία, γεννήθηκε το 1920 στο Λιβίσι της Ιωνίας, ένα ελληνικό χωριό στα παράλια της Μικράς Ασίας, με πληθυσμό έξι χιλιάδες κατοίκους. Εκεί βαπτίστηκε ο Άγιος και έζησε τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής του. Απόγονος «καλής ρίζας», στην οποία πάντα αναφερόταν και έδινε μεγάλη σημασία. Η οικογένειά του είχε αναδείξει επτά γενιές ιερομονάχων, ορισμένοι με αγιότητα
βίου.

 

Η οσιακή κοίμησή του

Στις 21 Νοεμβρίου 1991, πριν τριάντα ένα χρόνια, εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου, κοιμήθηκε με οσιακό τρόπο ο Άγιος Ιάκωβος Τσαλίκης. Η αγιοκατάταξή του έγινε στις 27 Νοεμβρίου 2017 από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, η οποία καθόρισε να εορτάζεται η μνήμη του στις 22 Νοεμβρίου.

Ζήλεψα τον Παράδεισο

Προς το τέλος της ζωής του, είχε πει: «Ζήλεψα τον Παράδεισο», μια γωνιά στον παράδεισο, μια άκρη. «Εγώ έχω κουραστεί πλέον σ’ αυτή τη ζωή. Είναι καιρός τώρα να φύγω». Ήξερε με βεβαιότητα πότε θα πεθάνει και προετοίμαζε τους μοναχούς της μονής για να μη λυπηθούν. Περιέγραψε μάλιστα κάποια περιστατικά που θα συνέβαιναν κατά την κοίμησή του: ότι θα έρθει πολύς κόσμος, ο πρωτοσύγκελος θα διευθύνει το χορό των άλλων πατέρων και ο ίδιος θα τους ευλογούσε, αν και κάποιοι μπορεί να τρόμαζαν.

Το πρωί της τελευταίας ημέρας της επίγειας ζωής του ήταν πολύ χαρούμενος. Έψαλε γονατιστός, με αναστάσιμη χαρά, σαν να μην ήταν σοβαρά άρρωστος, στο παρεκκλήσι της μονής που εόρταζε και κοινώνησε. Στις δέκα η ώρα εξομολόγησε έναν αγιορείτη διάκονο στο εκκλησάκι του αγίου Χαραλάμπους. Του ζήτησε να μείνει ως το απόγευμα, λέγοντάς του ότι «σήμερον θα με αλλάξεις». Με ένα μοναχό μπήκαν στο ναό, όπου προσευχήθηκε, προσκύνησε όλες τις εικόνες, ευχαρίστησε και δόξασε τον Θεό. Περπάτησαν στους εσωτερικούς χώρους της μονής και ευλογούσε τους άλλους μοναχούς, οι οποίοι ήταν στα διακονήματά τους. Βγήκαν έξω από τη μονή από τη νότια πύλη και σταματούσε στα εκκλησάκια και έκανε τον σταυρό του. Μετά το μεσημέρι πήγε στο κελί του, όπου τον επισκέφτηκε ο μοναχός Αλέξιος και έψαλαν μαζί όλη τη νεκρώσιμη ακολουθία, την οποία θα τελούσε ο μοναχός για πρώτη φορά σε κοντινό χωριό. Στις 3:15 το απόγευμα φόρεσε το πετραχήλι του και δέχθηκε στο κελί του για την τελευταία του εξομολόγηση ένα πνευματικό του τέκνο με το όνομα Γερασιμία.

Κάποια στιγμή σηκώθηκε όρθιος και της είπε: «Σήκω, παιδί μου, γιατί στο κελί μας μπήκε η Παναγία, ο Όσιος Δαβίδ, ο Όσιος Ιωάννης ο Ρώσος και ο Άγιος Ιάκωβος»! Στις 4:17 το απόγευμα γονάτισε και ενώ έμπαιναν στο κελί του οι μοναχοί Ιλαρίων και Κύριλλος, με μια αναπνοή, όπως είχε πει, έφυγε από τον κόσμο.

Το πρόσωπό του είχε μια λαμπερή οσιακή όψη, μια φωτεινότητα, η οποία διατηρήθηκε και την επόμενη ημέρα. Ο π. Γεώργιος Ευθυμίου επιβεβαιώνει ότι το σκήνωμα του Ιακώβου, κατά την ημέρα της ταφής του, δεν ήταν παγωμένο και δεν είχε νεκρική ακαμψία και το δέρμα του ήταν μαλακό, τρυφερό και
εύκαμπτο.

Θείες αποκαλύψεις στη ζωή του

Ως παιδί πέρασε μια σοβαρή δερματοπάθεια στα πέλματα των ποδιών, με μεγάλες πληγές, βαθιές σχισμές και φοβερούς πόνους. Με την ευλογία της Παναγίας, που την εικόνα της Παναγίας της Ξενιάς είχαν φέρει από τον Αλμυρό του Βόλου, θεραπεύτηκε.

Στο εξωκκλήσι της Αγίας Παρασκευής, σε ένα λόφο του χωριού του στη Φαράκλα, είδε αρκετές φορές την Αγία ως μοναχή. Μάλιστα το 1928, όταν ήταν οκτώ με εννιά χρονών, του εμφανίστηκε ολοζώντανη. Του αποκάλυψε για τα αμέτρητα χρήματα που θα πέρναγαν από τα χέρια του και για το ότι θα τον τιμούσαν άρχοντες, καθηγητές πανεπιστημίου, ανώτατοι δικαστικοί, επίσκοποι, πατριάρχες!

Πριν γίνει ιερέας, είχε διαβάσει τη νεκρώσιμη ακολουθία σε ένα κρανίο ανθρώπου, από τις μάχες του Εμφυλίου, το οποίο συνάντησε επιστρέφοντας από την εργασία του στα μεταλλεία.

Ως λαϊκός, κοινώνησε κάποια φορά τους πιστούς στη Φαράκλα, εξαιτίας της αδυναμίας του παπα-Δημήτρη από το πάρκινσον. Διάβασε τις ευχές και τέλεσε μια Βάπτιση, λόγῳ αδυναμίας του ιερέα του χωριού του και ενός άλλου ιερέα.

Ο ιερέας του χωριού του ο παπα-Δημήτρης, τον κάλεσε να προσευχηθεί, γιατί η πρεσβυτέρα του δυσκολευόταν να γεννήσει. Ο Ιάκωβος ντρεπόταν να διαβάσει ευχή στο σπίτι του ιερέα, αλλά έκανε υπακοή στον ιερέα και μόλις άρχισε να διαβάζει τις ευχές της Εκκλησίας άρχισε να γεννά η πρεσβυτέρα τον γιο της τον Ευάγγελο!

 

Κατά τη στρατιωτική του θητεία (1947-1950), η ζωή του κινδύνευσε πολλές φορές. Μάλιστα μια φορά στη σκοπιά, στην περιοχή του Πηλίου, τον γλύτωσε ο Άγιος Χαράλαμπος, του οποίου είχε πάντοτε επάνω του μια παλιά εικόνα.

Στη Μονή του Οσίου Δαβίδ (1952-1991), ο μοναχός Ιάκωβος αγωνιζόταν μυστικά και τις νύχτες πήγαινε κρυφά στο Ασκητήριο του Οσίου Δαβίδ για να προσευχηθεί. Περιέγραφε ένα αστέρι που του φώτιζε το δρόμο.

Εκεί έβλεπε «ολοζώντανο» τον Όσιο και είχε πολλές θείες εμπειρίες.

Το 1967, σε ηλικία 47 χρονών, στο νοσοκομείο της Χαλκίδας έκανε τρεις εγχειρήσεις μαζί: βουβουνοκοίλη, σκωληκοειδίτιδα και προβλήματα με τον προστάτη. Είχε ζητήσει από τον όσιο Δαβίδ και τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο να είναι κοντά του και πράγματι τους είδε να είναι δίπλα στο χειρουργικό τραπέζι. Έλεγε ότι χωρίς την παρουσία αυτών των Αγίων δε θα μπορούσε ο γιατρός να τον θεραπεύσει.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Ρώσος μάλιστα του είπε: «Ήταν σήμερα να φύγεις, αλλ’ εγώ σε άφησα για την αύριο».

Το 1974 τον μετέφεραν στο νοσοκομείο ΝΙΜΙΤΣ για άλλη εγχείρηση, η οποία κράτησε έξι ώρες. Στον θάλαμο που νοσηλευόταν του εμφανίστηκε η Παναγία με τη μορφή μιας νοσοκόμας, η Οποία κράταγε ένα μωρό.

Όταν μιλούσε, κάθε λίγο σταματούσε και έλεγε τη φράση, «Με συγχωρείτε». Πάντα ξεκινούσε τη συζήτηση με ένα καλό λόγο, λόγο παρηγορίας, τρυφερότητας και αγάπης για το συγκεκριμένο άνθρωπο. Ήταν ένας ευχάριστος άνθρωπος, με πολύ χιούμορ και έκανε θαυμάσιες μιμήσεις. Πολλοί προσκυνητές στο μοναστήρι έμεναν έκπληκτοι, όταν κατά την πρώτη συνάντηση τους αποκαλούσε με το όνομά τους και τους αποκάλυπτε προβλήματά τους. Πολλά περιστατικά φανερώνουν ότι του είχε δοθεί από τον Θεό, το διορατικό, το προορατικό και το ιαματικό Χάρισμα. Κατά τον καθηγητή Στυλιανό Παπαδόπουλο, «έχουμε με απόλυτη σαφήνεια, θεραπείες βαρύτατων ασθενειών και καρκινοπαθών. Έχουμε θεοσημείες, που αναφέρονται στις εμφανίσεις του».

Όσο περνούσαν τα χρόνια, αυξανόταν η πνευματική πρόοδος και ακτινοβολία του. Αρκετές φορές αποκάλυπτε ο ίδιος σε πνευματικά του παιδιά ότι συλλειτουργούσε με Αγίους και Αγγέλους! Τον επισκεπτόταν Καθηγητές Πανεπιστημίου, γνωστοί δικαστικοί, πολιτικοί, επίσκοποι. Ο νυν Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης Βαρθολομαίος τον είχε επισκεφτεί δύο φορές και πολύ τον τιμούσε.

Ο Άγιος Πορφύριος πήγαινε μυστικά και τον έβλεπε και είχε εξομολογηθεί σ’ αυτόν. Ο Άγιος Παΐσιος είχε πάει στον Όσιο Δαβίδ και τον είχε συναντήσει.

Στη μονή πήγαιναν, ακόμα, ψυχικά ασθενείς και δαιμονισμένοι.

Ο Όσιος Ιάκωβος με το χάρισμά του τους διέκρινε και αναλόγως έλεγε ότι ο ψυχικά ασθενής θα πρέπει να πάει στο γιατρό ή αυτός που έχει δαιμόνιο να πάει σε κατάλληλο ιερέα. Ο ίδιος τους σταύρωνε με άγια Λείψανα.

Οδηγούσε τους προσκυνητές στο ναό της Μεταμόρφωσης για να ψάλλει την παράκληση του Οσίου Δαβίδ και για να τους σταυρώσει με την κάρα του. Διάβαζε σε όσους χρειάζονταν εξορκισμούς, έχοντας πάντοτε κοντά του την κάρα του Οσίου Δαβίδ. Με αυτό τον τρόπο προφύλασσε τον εαυτό του από το θαυμασμό των ανθρώπων, αφού πρόβαλλε το ότι οι δαίμονες εκδιώκονται, όχι από τον ίδιο, αλλά από τον Όσιο Δαβίδ. Κοντά του θεραπεύτηκαν πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι υπέφεραν από σωματικές αρρώστιες και δαιμονικές επιδράσεις.

 

Μετά από τέτοια θεία γεγονότα, ο Γέροντας έλεγε τη φράση: «Ζῆ Κύριος ὁ Θεός τῶν Δυνάμεων».

Στο Άγιον Όρος δεν είχε πάει ποτέ, γιατί όταν ήταν νέος υπήρχαν πολλές δουλειές και φτώχεια στο μοναστήρι και αργότερα οι πολλές αρρώστιές του δεν του το επέτρεπαν. Η Παναγία όμως, έλεγε, τον πήγε με πνευματικό τρόπο στο Άγιο Όρος, είδε όλα τα μοναστήρια, τα προσκύνησε και πήρε δύναμη από αυτά.

Το 1977 που είχε κοιμηθεί ο Γέροντάς του Νικόδημος Θωμάς, είχε ζητήσει στην προσευχή του από τον Θεό να μάθει που πήγε η ψυχή του. Είδε με πνευματικό τρόπο, όχι σε όνειρο, τον Γέροντά του ενώπιον του Θεού κρατώντας το βιβλίο της ζωής του, τα έργα, τα λόγια και τις πράξεις του! Πήρε πληροφορία από τον Θεό ότι η ψυχή του πήγε πολύ καλά.

Το 1989 που διάβαζε τον Βίο του Αγίου Σεραφείμ του Σάρωφ στον οποίο ο Θεός είχε δείξει τα σκηνώματα του Παραδείσου, ζήτησε και ο ίδιος να δει τι σημαίνει το «ἐν τῆ οἰκίᾳ τοῡ Πατρός μου μοναί πολλαί εἰσιν» (Ιω. 14: 2). Είδε εκεί, με πνευματικό τρόπο, τον Όσιο Δαβίδ, ο οποίος του έδειξε κάποια ωραία σπίτια αραιοκατοικημένα σαν παλατάκια, γεμάτα με λουλούδια, ομορφιά και φως να είναι εντελώς άδεια. Του έδειξε και τη δική του κατοικία, αλλά αμέσως μετά βρέθηκε στο κελί του.

Από τον Θεό είχε ζητήσει να τον πληροφορήσει για κάποια δικά του πρόσωπα και την κατάσταση στην οποία βρίσκονται στην άλλη ζωή. Είδε την ψυχή του πατέρα του να κάθεται έξω από ένα απλό σπιτάκι σαν κελάκι, αν και περίμενε κάτι καλύτερο γι’ αυτόν. Ευχαριστούσε τον γιο του, γιατί το απέκτησε με τις προσευχές και τις ελεημοσύνες του.

Κατά την ώρα της προσκομιδής, έβλεπε τις ψυχές να περνούν από μπροστά του και κάποιες να τον παρακαλούν να τις μνημονεύσει και, έλεγε, ότι και να ήθελε να τις ξεχάσει, δεν θα μπορούσε! Όταν βγάζει ο ιερέας μερίδες και μνημονεύει τα ονόματα, Άγγελος πηγαίνει και μεταφέρει την προσευχή μπροστά στο θρόνο του Θεού.

Ανέφερε ότι κάποια φορά ξέχασε να μνημονεύσει τη μητέρα του και εκείνη με πνευματικό τρόπο του παραπονέθηκε ότι την ξέχασε, αν και ήταν άγια γυναίκα και λογικά δεν το είχε ανάγκη.

Κάποιες άλλες φορές περιέγραφε ότι την ώρα της προσευχής ή στον ύπνο ως όραμα και πάντως όχι ως όνειρο, αισθανόταν την παρουσία κάποιων ψυχών. Είχε αναφέρει ακόμα, ότι του παρουσιαζόταν και του ζητούσε βοήθεια ένας κεκοιμημένος μοναχός, ο οποίος τον είχε κυνηγήσει με μανία όταν πρωτοπήγε στη μονή, και παράλληλα πληροφορήθηκε από τον Θεό για την ψυχή του ότι δεν είχε ανάπαυση.

Προς το τέλος της ζωής του που ήταν σοβαρά άρρωστος είχαν φέρει στη Λίμνη της Εύβοιας την εικόνα της Παναγίας της Ξενιάς από τον Αλμυρό του Βόλου. Ως παιδί τον είχε θεραπεύσει από σοβαρή δερματοπάθεια. Πήγε και τώρα να την προσκυνήσει. Ενώ έκανε ως ιερέας τη δέηση στην εικόνα της, είδε ζωντανή την Παναγία να τον ευλογεί! Αυτό τον συγκλόνισε και τον στήριξε στη δύσκολη
κατάσταση της υγείας του.

Ο Διάβολος θέλοντας να τον πειράξει του παρουσιάστηκε και του είπε: «Δυο ανθρώπους φοβούμε στον κόσμο: τον Παΐσιο και τον Πορφύριο!». Πέρα από το ότι άθελα ειπώθηκε μια αλήθεια, προσπάθησε να τον κάνει να ζηλέψει. Αλλά ο Άγιος Ιάκωβος δεν αντέδρασε, δεν τον άγγιξε ο λόγος αυτός. Σε όλη του τη ζωή τον χαρακτήριζε η απλότητα και η ταπείνωση. Ποτέ δεν πίστεψε ότι ήταν κάποιος
σπουδαίος. Όταν ο Ηγούμενος της Μονής Αγίου Γεωργίου Αρμά στην Εύβοια, μακαριστός Γεώργιος Καψάνης, τον είχε καλέσει να επισκεφτεί το μοναστήρι τους για να τους ευλογήσει, του απάντησε με μια φράση την οποία χρησιμοποιούσε συχνά: Εγώ είμαι ψόφιο σκυλί, τι να έρθω να κάνω σε σας; Να μολύνω τον αέρα;». Σε πνευματικά του παιδιά, μιλώντας απλά, έλεγε πάλι για τον ίδιο: «Αχ, βρωμοϊάκωβε,
μουρλόπραμα είσαι κι ο κόσμος νομίζει ότι κάτι είσαι»!

 

Β΄ Η πορεία της ζωής του

 

Οι γονείς του ήσαν οι Σταύρος Τσαλίκης και Θεοδώρα Κρεμμυδά, οι οποίοι είχαν αποκτήσει εννιά παιδιά, από τα οποία επέζησαν τα τρία (ο Γεώργιος, ο Ιάκωβος και η Αναστασία). Ο Ιάκωβος αναφερόταν με συγκίνηση στα όμορφα παιδικά του χρόνια και την ειρηνική οικογενειακή ζωή. Ο πατέρας του Σταύρος Τσαλίκης ήταν οικοδόμος και έλειπε συχνά από το σπίτι. Ήταν και λαϊκός μουσικός. Από τον πατέρα
του πήρε την «καλοσύνη» και έμαθε την κοινωνία και τον κόσμο, γι’ αυτό αργότερα δε δυσκολεύτηκε με τον πολύ κόσμο που πήγαινε στο μοναστήρι. Η μητέρα του Θεοδώρα Κρεμμυδά διακρινόταν με τις αρετές της «ελεημοσύνης, της εργατικότητας, της εγκράτειας και της απλότητας». Από τη μητέρα του έμαθε να προσεύχεται, να νηστεύει, να κάνει μετάνοιες, ελεημοσύνες και κάποιες σπιτικές εργασίες, οι οποίες
τον βοήθησαν αργότερα που έγινε μοναχός.

Ο παππούς του Γεώργιος Κρεμμυδάς ήταν και ο νονός του, αλλά τον σκότωσαν οι Τούρκοι το 1921, πριν έρθουν στην Ελλάδα. Η γιαγιά του Δέσποινα τον έμαθε να αγαπά τον Θεό και τους ανθρώπους, και να σέβεται τους ιερείς (κοιμήθηκε το 1927)

Ο ερχομός του στη Μητέρα Ελλάδα

Το 1922, με τη Μικρασιατική καταστροφή, σε ηλικία δύο χρονών ήλθε ο Ιάκωβος στην Ελλάδα, στον Πειραιά, με την οικογένειά του. Μόνο ο πατέρας του έμεινε για κάποιο διάστημα αιχμάλωτος των Τούρκων και αργότερα ήλθε κοντά τους.

Από τον Πειραιά πήγαν στο χωριό Άγιος Γεώργιος Άμφισσας, όπου έμεναν για δύο  χρόνια όλοι μαζί, υπό δύσκολες συνθήκες, σε μια μακρόστενη αποθήκη. Στα τέλη του 1925, τους μετέφεραν με εξήντα ακόμα οικογένειες με καταγωγή από το Λιβίσι, στη Φαράκλα, ένα χωριό ανάμεσα στη Λίμνη και στο Μαντούδι, στη Βόρεια Εύβοια. Εκεί τους δόθησαν λίγα κτήματα και για δύο χρόνια έμεναν σε σκηνές. Το
1927 τους παραχώρησαν δύο συνεχόμενα μικρά δωμάτια. Το αγαπημένο του παιχνίδι ήταν το «θυμιατούρι», όπως το έλεγαν στην πατρίδα τους.

 

Στο Δημοτικό Σχολείο

Ο Ιάκωβος πήγε το 1927 στη Φαράκλα, το οποίο τότε λειτουργούσε στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής. Οι συμμαθητές του τον έλεγαν καλόγερο. Ο δάσκαλός του στο σχολείο αναφερόταν στην υψηλή νοημοσύνη του. Τέλειωσε το δημοτικό σχολείο το 1933, με άριστα. Αν και επέμενε ο δάσκαλος του να συνεχίσει στο Γυμνάσιο, οι γονείς του προτίμησαν να τον κρατήσουν στο χωριό.

Στη Φαράκλα υπήρχε η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, χωρίς μόνιμο ιερέα. Κάθε δύο ή τρεις Κυριακές λειτουργούσε ο παπα-Δημήτρης Θεοδοσίου. Ο μικρός Ιάκωβος πήγαινε στην εκκλησία πριν ξημερώσει για να προετοιμάσει ότι χρειάζονταν και μετά έκανε μετάνοιες μέχρι να έρθει ο κόσμος. Συμμετείχε στη θεία Κοινωνία, νηστεύοντας από μικρός, χωρίς όμως να γνωρίζει, όπως έλεγε, για την εξομολόγηση.

Μετά το Δημοτικό σχολείο

Με το που τέλειωσε το Δημοτικό Σχολείο, άρχισε να βοηθά τον πατέρα του στις οικοδομικές εργασίες, κάνοντας τον εργάτη του στα διάφορα χωριά που εργαζόταν.
Παρά τη μικρή του ηλικία, αν και εργαζόταν σκληρά, ακολουθούσε με ακρίβεια τη νηστεία και προβλημάτιζε τους μεγαλύτερούς του, με τον ασκητικό τρόπο της ζωής του. Έλεγε πως έμαθε τη νηστεία «παιδιόθεν» και ποτέ δεν τον έβλαψε.

Ο θάνατος της μητέρας του Θεοδώρας

Ενώ ήταν είκοσι δύο ετών, το 1942, κοιμήθηκε η μητέρα του Θεοδώρα σε ηλικία σαράντα χρόνων, μάλλον από πνευμονία. Η ίδια είχε πληροφορηθεί από τον Θεό το επίγειο τέλος της, τρεις μέρες νωρίτερα. Έδωσε στον Ιάκωβο την ευχή της και του ζήτησε να γίνει ιερέας, αφού όμως προηγουμένως φρόντιζε για την αποκατάσταση της αδελφής του Αναστασίας, όπως ίσχυε τότε στην ελληνική κοινωνία. Έζησε με
έντονο πόνο το θάνατο της μητέρας του.

Στον στρατό (1947-1950)

Το 1947, στην ηλικία των είκοσι επτά χρόνων τον κάλεσαν για να υπηρετήσει τη στρατιωτική θητεία, με κάποια καθυστέρηση λόγῳ του Εμφυλίου πολέμου.
Παρουσιάστηκε στον Βόλο. Ύστερα από εξετάσεις στις οποίες αρίστευσε, μετατέθηκε στον Πειραιά, στο Κέντρο Εφοδιασμού και Μεταφορών, και απέφυγε τις πολύνεκρες μάχες στο Γράμμο και το Βίτσι. Εκεί τον πήρε στην προσωπική του φρουρά ο Συνταγματάρχης Πολύκαρπος Ζώης, ο οποίος τον είχε ως παιδί του. Το όνειρο του Ιάκωβου ήταν να γίνει μοναχός.

Τελειώνοντας τη στρατιωτική του θητεία, στα τριάντα του χρόνια, επέστρεψε στη Φαράκλα και εργάστηκε: στην αρχή σκληρά στα χωράφια, αργότερα σε εργοστάσιο στο Μαντούδι, κάποιο διάστημα σε κεραμοποιείο στην Αθήνα και πάλι στο χωριό του στα μεταλλεία λευκόλιθου. Αφού πάντρεψε την αδελφή του Αναστασία, όπως είχε υποσχεθεί στη μητέρα του, ήταν έτοιμος να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο.

Στη Μονή του Οσίου Δαβίδ

Μονή του Οσίου Δαβίδ

Στις 15 Ιουλίου 1952, σε ηλικία 32 χρόνων, λίγο πριν το μεσημέρι, πέρασε από τη Μονή του Οσίου Δαβίδ του Γέροντος στη βόρεια Εύβοια, πάνω από το χωριό Ροβιές, για να πάρει την ευλογία του Οσίου σχεδιάζοντας να πάει στα Ιεροσόλυμα.

Τον υποδέχθηκε στη Μονή ο ίδιος ο Όσιος Δαβίδ ως μοναχός, του απεκάλυψε για λίγο μια παραδεισένια δόξα της και τον προσκάλεσε να υπηρετήσει στο μοναστήρι του!

Παρέμεινε τελικά στο μοναστήρι του Οσίου Δαβίδ του Γέροντος το οποίο ήταν ερειπωμένο, με μεγάλη φτώχεια. Από την αρχή το αγάπησε με όλη την καρδιά του. Η Μονή ήταν Ιδιόρρυθμη. Ηγούμενος ήταν ο Νικόδημος Θωμάς, ο οποίος ήταν ιερέας στη Λίμνη Ευβοίας. Στη Μονή έμεναν τρεις άλλοι μοναχοί.

Το κελί του στην αρχή ήταν χωρίς τζάμια, με παλιά παντζούρια που δεν έκλειναν καλά και σ’ αυτή την περιοχή με το βαρύ κλίμα το κρύο ήταν ανυπόφορο. Εργάστηκε σκληρά στη μονή κάνοντας τον κτίστη, το μαραγκό, τον εργάτη.

Η μοναχική κουρά του Ιακώβου έγινε στις 31 Νοεμβρίου 1952 το βράδυ, στη Μονή του Οσίου Δαβίδ, από τον Ηγούμενο Νικόδημο. Την επόμενη ημέρα ανέλαβε οικονόμος της μονής και ο ηγούμενος, λόγῳ του ότι ο ίδιος δεν έμενε μόνιμα στη μονή, του ανέθεσε όλες τις ευθύνες της.

Στις 18 Δεκεμβρίου 1952 στη Χαλκίδα, στο εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας έγινε διάκονος, από το μητροπολίτη Χαλκίδας Γρηγόριο Ε΄ τον Πλειαθό. Την επόμενη ημέρα, στο παρεκκλήσι της Μητρόπολης του δόθηκε η ιεροσύνη. Μετά από λίγες μέρες του έλαβε την Πνευματική πατρότητα, για να εξομολογεί τους πιστούς.

Η Θεία Κοινωνία

Άρχισε να τελεί κάθε μέρα τη θεία Λειτουργία. Με τη Θεία Κοινωνία αισθανόταν «σαν λιοντάρι»: Όλη τη μέρα δεν πεινούσε, δε διψούσε και δεν αισθανόταν το κρύο ή τη ζέστη. Άρχισε να εξομολογεί στην αρχή τους ανθρώπους των γύρω χωριών, οι οποίοι λόγῳ της έλλειψης ιερέων είχαν στερηθεί για πολλά
χρόνια την εξομολόγηση και τη θεία Κοινωνία. Μετέφερε την κάρα του οσίου Δαβίδ
σε διάφορα χωριά για ευλογία.

Στις 25 Ιουνίου 1975, ο Ιάκωβος ανέλαβε Ηγούμενος στη Μονή του Οσίου Δαβίδ, με απόφαση του μητροπολίτη Χαλκίδος Χρυσοστόμου Α΄ Βέργη (1924-2010) και παρέμεινε ως την κοίμησή του. Προσέφερε στο διάστημα της ηγουμενίας του απίστευτα χρήματα σε φτωχούς και κυρίως σε αρρώστους.

Έλεγε γι’ αυτή την έκφραση της αγάπης του: «Ένα δίνω κι ο Θεός δέκα μου δίνει». «Δίνε, δίνε κι ο Θεός θα σου δίνει».

Η τελευταία σοβαρή του αρρώστια, η ισχαιμία του μυοκαρδίου, παρά τη φαρμακευτική αγωγή και τη συχνή εισαγωγή του σε νοσοκομείο της Αθήνας, χειροτέρευε την κατάσταση της υγείας του. Το κρύο και η ζέστη του προκαλούσαν πόνο στο στήθος, κρύο ιδρώτα και εξάντληση.

Το Φθινόπωρο του 1991 είχε συνεχόμενα καρδιακά επεισόδια και μικροεμφράγματα Στα τέλη Σεπτεμβρίου, τον μετέφεραν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Αθήνας, στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Έμεινε για λίγες μέρες, αλλά κανένας δεν ήλπιζε σε σοβαρή βελτίωση. Βγαίνοντας έκλεισαν την επόμενη επίσκεψη για τις 4 Δεκεμβρίου. Είχε πει σε πνευματικά του παιδιά, ότι δεν θα προλάβει να πάει σ’ αυτή την επίσκεψη. Επιστρέφοντας στη μονή, έπαθε επικίνδυνη λοίμωξη και αρχές Οκτωβρίου η κατάσταση εξελίχθηκε σε πνευμονία.

Όλο τον Οκτώβριο πονούσε πολύ

Έλεγε χαρακτηριστικά: «Όταν τελειώσει η προθεσμία μας θα φύγουμε. Πόσο θα ζήσουμε;» και «ἐπιμελείσθε δέ ψυχῆς πράγματος ἀθανάτου». Θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι, να είμαστε κοντά στον Χριστό, γιατί δε γνωρίζουμε «τήν ἡμέραν, οὐδέ τήν ὥραν» του θανάτου, και ότι ο Θεός έχει ορίσει την ημέρα και την ώρα που θα έρθει να πάρει την ψυχή του ανθρώπου. Έλεγε ακόμα πως τους καλούς χριστιανούς ο Θεός τους ειδοποιεί με το Άγγελό Του ότι θα πάρει την ψυχή τους, ενώ στους Αγίους πάει
ο ίδιος ο Χριστός και τους τακτοποιεί στη συνέχεια στα ουράνια σκηνώματα!
Ο Όσιος Ιάκωβος έλεγε για τον ίδιο ότι ο Θεός του χάρισε τα πιο σπουδαία διακονήματα, όπως την ιεροσύνη, την πνευματική πατρότητα, την ηγουμενία. Όλα όμως αυτά και κάθε άλλο αξίωμα είναι μέχρι τον τάφο, γιατί μετά αρχίζει άλλη, νέα ζωή.

Ο τάφος

Ο τάφος του Αγίου Ιάκωβου Τσαλίκη βρίσκεται στη νότια πλευρά του καθολικού, ανάμεσα στο ναό και στο κελί του, όπου άσκησε τη «βίαν φύσεως», και αποπνέει ζεστασιά και θαλπωρή. Παρά το ότι έχουν περάσει τριάντα ένα χρόνια από την κοίμησή του, δεν έχει γίνει η εκταφή του σώματός του. Πολλοί άνθρωποι επισκέπτονται τη μονή του Οσίου Δαβίδ και ζητούν την ευλογία του Αγίου στις δοκιμασίες της ζωής.

 

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0

Related posts

Πάτερ θα κάνετε το εμβόλιο;

Newsroom

Η ΝΥΚΤΕΡΙΝΉ ΠΡΟΣΕΥΧΉ ΚΑΙ ΠΌΣΟ ΜΕΓΑΛΗ ΩΦΕΛΕΙΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ

Γιατί Κοινωνούμε; Πώς ενεργεί η Θεία Κοινωνία στον άνθρωπο;

Newsroom