ΕΙΔΗΣΕΙΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΤΑΞΙΔΙΑ, ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Επικαιρότητα

Αη-Δημήτρης ο Μυροβλύτης – της Νικολίτσα Μπλούτη

Αη-Δημήτρης ο Μυροβλύτης – της Νικολίτσα Μπλούτη

Ο παπα-Λουκάς με το επιτελείο του τους ψαλτάδες, συνεχίζει να ψέλνει μπροστά στην εκκλησιά της Αγίας Τριάδας που έχει σταματήσει η πομπή με την εικόνα του αγίου μας, τ’ Αη-Δημήτρη!

 

Αυτός ο άγιος φυλάει και προσέχει όλο το χωριό μας, μαζί κι εμάς. Την Αγγέλα μας, τη γιαγιά κι εμένα. Εμένα πάντως μ’ αρέσει πολύ έτσι που γυρνάμε την εικόνα ένα γύρω στο χωριό. Μ’ αρέσει που μαζεύονται όλοι οι χωριανοί κι ακολουθούμε τον παπα-Λουκά και τη στολισμένη με λουλούδια εικόνα. Η γιαγιά μου πάει απ’ τις πρώτες κάθε χρόνο την παραμονή και βοηθάει στο στόλισμα. Φέτος, πήρε και την Αγγέλα μας κοντά της, να βάλει κι αυτή ένα λουλουδάκι είπε, να μας έχει γερούς ο άγιος όλο τον χρόνο. Όλα τα σπίτια έχουνε αναμμένα τα φώτα τους κι ας είναι ακόμα νωρίς. Οι αυλές μοσχομυρίζουνε ασβέστη κι οι γλάστρες φουντώνουνε απ’ τα χρυσάνθεμα, τα λουλούδια του αγίου! Eμένα μου μοιάζουνε μ’ ανεμώνες ή μαργαρίτες, αλλά η γιαγιά τα λέει Αη-Δημητρολέλουδα. Οι νοικοκυρές βάζουνε έξω απ’ την πόρτα τους λιβανάκι κι ανάβουνε κεράκια. Η καμπάνα χτυπάει συνέχεια κι εγώ ανατριχιάζω απ’ τη συγκίνηση. Μοιάζει με κηδεία, αλλά χαρούμενη. Χωρίς στενοχώριες και κλάματα.

Περνάμε απ’ τα καφενεία αργά-αργά κι οι παππούδες σηκώνονται όλοι όρθιοι και κάνουνε τον σταυρό τους. Τώρα είμαστε μπροστά στο μπακάλικο του κυρ Θεμιστοκλή του μάγκα, που λένε πως χαζοκοιτάει όλες τις γυναίκες. Έχει ανάψει κι αυτός λιβάνι και κεριά στο κατώφλι του.

Ο φουκαράς ο παπάς έχει βραχνιάσει, ίσα που ακούγεται. Αν δεν ήταν ο κυρ Δημήτρης ο ψάλτης να τον σκεπάζει με την όμορφη φωνή του, ρεζίλι των σκυλιών θα γινότανε. Τους πιο πολλούς στο χωριό μας Δημητράδες τους λένε, λόγω του αγίου μας. Τους λίγο μεγαλύτερους τους φωνάζουνε Μήτσους και τους ακόμα πιο γέρους τους λένε Μήτρους… Θα μ’ άρεσε και μένα να γιόρταζα αύριο που γιορτάζει και το χωριό. Έχουμε και πανηγύρι και γλέντια στην πλατεία και Λούνα Παρκ και παιχνίδια. Έτσι όπως περπατάμε αργά, φτάνει στ’ αυτιά μου η ψιλή φωνούλα της Αγγέλας μας που γκρινιάζει στη γιαγιά για την κούκλα που της έταξε απ’ το σπίτι. “Μετά παιδί μ’, σταμάτα. Μη με κάν’ς χρονιάρα μέρα να βρίζω… Αμάν… Σαν τελειώσ’ η εκκλησιά και γυρίσουμ’ θα στην πάρω μωρέ. Μ’ έφαγες…” της λέει κι εγώ τους κάνω νόημα να σωπάσουνε γιατί ακούγονται μπροστά. Ο παπα-Λουκάς όταν ψέλνει μου δίνει το λιβανιστήρι να το κρατάω και τρελαίνομαι με τη μυρωδιά του.

Το Λούνα Παρκ που στήσανε το μεσημέρι έχει ανάψει όλα τα φώτα γύρω-γύρω που στολίζουνε τις κούνιες. Πράσινα, κόκκινα, μπλε, πορτοκαλιά… Τη μουσική τη σβήσανε τώρα που περνάμε από δω. Σαν να ξεχωρίζω εκεί στο βάθος, στην παράγκα της σκοποβολής τον Λάμπρο με τον Γιώργη. Δεν είμαι σίγουρος όμως, δε βλέπω και καλά, δίπλα μου είν’ οι ψαλτάδες κι αυτός ο αριστερός παραείναι ψηλός και χοντρός. Μόλις τελειώσει η λειτουργία θα τρέξω μέχρι εδώ να βεβαιωθώ. Μου ’χει τάξει και μένα η γιαγιά χαρτζιλίκι για τις κούνιες, που ’ναι κάτι βαρκούλες σιδερένιες μικρές, ζωγραφισμένες με φεγγάρια και ήλιους. Τραβάς ένα σκοινί που κρέμεται από πάνω σου κι αρχίζει η βάρκα το πέρα-δώθε. Κανονικά χωράει δυο άτομα, έναν στην πρύμη κι έναν στην πλώρη, αλλά εμένα μ’ αρέσει πολύ να κουνιέμαι μόνος μου. Τους σκίζω όλους! Τους περνάω σε δευτερόλεπτα σαν παραβγαίνουμε στο ύψος. Μόνο όταν παίρνω και την Αγγέλα μας, όπως πέρσι, κουνάω αργά το σχοινί γιατί είναι φοβητσιάρα. Και γκρίνιαζε για να μπει και δεν ήθελε απ’ τον φόβο της. Μυστήρια που ’ναι τα κορίτσια, δεν τα πιάνεις πουθενά!

Ο παπα-Λουκάς στέκεται μπροστά στο ιερό και διαβάζει το ευχολόγιο για την αυριανή γιορτή. Μας περιμένει όλους λέει αύριο στην εκκλησιά για να τιμήσουμε τον Αη-Δημήτρη τον Μυροβλύτη. Πρέπει να κοιμηθώ νωρίς το βράδυ, αλλά δεν το βλέπω να γίνεται. Της γιαγιάς τής αρέσει να ξημεροβραδιάζεται στο πανηγύρι. Περνάει καλά κι αυτή κι εμείς, αν δε μας κρατάει μέχρι το ξημέρωμα και γινόμαστε και τα δυο τάραμα απ’ το ξενύχτι.

 

Τα ελεύθερα κορίτσια, λέει ο Γιώργης δε τ’ αφήνουνε να σύρουν πρώτα το χορό στο πανηγύρι, για να μη γίνει καμιά φασαρία. Άμα τις κεράσει κάνας μεθυσμένος, μετά ο γονιός της πρέπει να του ζητήσει τον λόγο κι αν ο άλλος έχει πιει πολύ και δεν καταλαβαίνει τίποτα, μπορεί να πλακωθούνε στο ξύλο. Ούτε όμως τις παντρεμένες γυναίκες κάνει να τις κεράσει κανένας λέει, γιατί αυτό είναι ακόμα χειρότερο. Προσβάλλει τον άντρα της και πρέπει κι αυτός να του ζητήσει τον λόγο μετά. Γι’ αυτό ο πατέρας του θέλει να ’χει το κεφάλι του ήσυχο και να πίνει μονάχος του να ξεδίνει και να μην έχει τη μάνα του κοντά που μπορεί στα καλά καθούμενα να του φέρει φασαρίες. Έτσι κάθεται και χαζεύει και κοροϊδεύει τους άλλους, που ’χουνε στον νου τους τα κορίτσια τους και τις γυναίκες τους. Ευτυχώς που δεν υπάρχει τίποτα για τις χήρες που τις κερνάνε, γιατί τότε η γιαγιά θα ξεσήκωνε πολλές φασαρίες. Όσο όμως είν’ ο παπάς κοντά της, κανένας δεν κοτάει να κάνει τίποτα παραπάνω κι έτσι είμαι κι εγώ ήσυχος σαν το πατέρα του Γιώργη, που τρώει και πίνει δίχως έννοιες.

 

 

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0

Related posts

Η επιδημία της μοναξιάς απειλεί τη μακροβιότητα

« Ένα παραμύθι ενώνει τον κόσμο» ένα πολυπολιτισμικό Φεστιβάλ στο Παλαί του Γαλατσίου

Newsroom

Η κατάρα του να είσαι πάντα το «καλό παιδί» και οι επιπτώσεις στην ψυχική σου υγεία

Newsroom