Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) – Τέταρτη αιτία θανάτου παγκοσμίως

Γράφει η
Ελένη Αδάμου
Πνευμονολόγος-Φυματιολόγος,

Υπεύθυνη Εργαστηρίου Αναπνευστικής Λειτουργίας ΥΓΕΙΑ

Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια κατέχει την τέταρτη αιτία θανάτου παγκοσμίως. Η βασική αιτία της νόσου είναι το κάπνισμα.

 

Λιγότερο συχνές αιτίες είναι η εισπνοή τοξικών ουσιών ή αερίων (παθητικό κάπνισμα, ατμοσφαιρική ρύπανση, επαγγελματική έκθεση) και σπανιότερα  η γενετική προδιάθεση.

Η νόσος χαρακτηρίζεται από τον περιορισμό της ροής του αέρα και οι ασθενείς σε προχωρημένο στάδιο δυσκολεύονται να αναπνεύσουν. Η Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια μπορεί να επιδεινωθεί με την πάροδο του χρόνου και να εξελιχθεί σε μια σοβαρή ασθένεια. Περιγράφονται τέσσερα στάδια της νόσου: ήπιο, μέτριο, σοβαρό και πολύ σοβαρό.

 

Εμφανίζεται με δύο τύπους:

 

  • Την Χρόνια Βρογχίτιδα (έντονη φλεγμονή των βρόγχων -αναστρέψιμη βλάβη)
  • Το Πνευμονικό Εμφύσημα (καταστροφή του πνεύμονα-μη αναστρέψιμη βλάβη)

Η έγκαιρη διακοπή του καπνίσματος είναι πολύ σημαντική. Ωστόσο, το όφελος είναι πολύ μεγάλο και είναι ανεξάρτητο από το στάδιο της ΧΑΠ που βρίσκεται ο ασθενής.

Τα συμπτώματα της Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας είναι:

 

  • Βήχας με αποβολή πτυέλων (ο γνωστός «τσιγαρόβηχας»)
  • Συριγμός
  • Δύσπνοια στην άσκηση και σταδιακά και στην ηρεμία
  • Αίσθημα σύσφιγξης στο θώρακα

Οι ασθενείς με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια είναι επιρρεπείς σε λοιμώξεις του αναπνευστικού και έχουν αυξημένη πιθανότητα να παρουσιάσουν σοβαρά συμπτώματα εάν νοσήσουν με COVID-19.  Τα μέτρα πρόληψης (χρήση μάσκας, συχνό πλύσιμο των χεριών, αποφυγή συγχρωτισμού) είναι απαραίτητο να τηρούνται αυστηρά.

Επίσης, οι ασθενείς με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια εμφανίζουν συνοδά νοσήματα όπως: στεφανιαία νόσο, αρρυθμίες, υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια, καρκίνο του πνεύμονα, σύνδρομο άπνοιας στον ύπνο, πνευμονική υπέρταση, οστεοπόρωση, σακχαρώδη διαβήτη και κατάθλιψη.

Σπιρομέτρηση: Βασική εξέταση για την διάγνωση της Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας

Η  σπιρομέτρηση είναι η βασική εξέταση για την διάγνωση της Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας, η οποία αντικατοπτρίζει τη λειτουργία των πνευμόνων.

Ο εξεταζόμενος παίρνει μία βαθιά εισπνοή, μέσω ενός σωλήνα συνδεδεμένου σε ένα μηχάνημα (σπιρόμετρο) και στη συνέχεια βγάζει τον αέρα δυνατά και παρατεταμένα. Σε περίπτωση απόφραξης των βρόγχων, η εξέταση επαναλαμβάνεται μετά την εισπνοή ενός  βρογχοδιασταλτικού φαρμάκου. Βελτίωση της απόφραξης μεγαλύτερη από 12% υποδηλώνει την συνύπαρξη βρογχικού άσθματος (σύνδρομο αλληλοεπικάλυψης).

Ο ιατρός σας, ενδεχομένως, θα συστήσει περαιτέρω εξετάσεις όπως: ακτινογραφία θώρακος ή αξονική τομογραφία θώρακος χαμηλής ακτινοβολίας, διάχυση, μέτρηση στατικών όγκων, οξυμετρία (έμμεση μέτρηση του οξυγόνου) στην ηρεμία και στην άσκηση, εξέταση α1 αντιθρυψίνης.

Η διακοπή του καπνίσματος είναι εξίσου σημαντική με τη φαρμακευτική θεραπεία. Η νόσος επιβραδύνεται και τα φάρμακα δρουν αποτελεσματικότερα. Επίσης, συστήνονται εμβολιασμοί για την γρίπη (κάθε φθινόπωρο) και τον πνευμονιόκοκκο (εφάπαξ ή κάθε πέντε χρόνια, δύο φορές συνολικά), καθώς μία λοίμωξη του αναπνευστικού μπορεί να οδηγήσει τον ασθενή με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια σε παρόξυνση της νόσου με σοβαρές επιπτώσεις και κίνδυνο για τη ζωή του.

Η θεραπεία για την Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια περιλαμβάνει:

  • Φάρμακα
  1. Εισπνεόμενα βρογχοδιασταλτικά
  2. Εισπνεόμενα στεροειδή
  3. Βρογχοδιασταλτικά και αντιφλεγμονώδη χάπια
  • Οξυγόνο
    Σε προχωρημένα στάδια της νόσου ή λόγω συνοδών νοσημάτων (σύνδρομο υπνικής άπνοιας, καρδιακή ανεπάρκεια, πνευμονική υπέρταση).
  • Πνευμονική αποκατάσταση
    Βελτίωση της φυσικής κατάστασης του ασθενούς, εκμάθηση του σωστού τρόπου αναπνοής και τεχνικών βελτίωσης της δύσπνοιας σε εξειδικευμένο εργαστήριο.
  • Τοποθέτηση βαλβίδων εμφυσήματος στους βρόγχους μέσω βρογχοσκοπίου (απομόνωση των μη λειτουργικών περιοχών των πνευμόνων).
  • Χειρουργική αφαίρεση των κατεστραμμένων περιοχών των πνευμόνων. Οι δύο τελευταίες θεραπείες εφαρμόζονται σε ασθενείς με πολύ σοβαρή Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια, με στόχο τη βελτίωση της δύσπνοιας, χωρίς υψηλά ποσοστά επιτυχίας.