Κοινοποιείστε το άρθρο

Δύναμη που την έχει ο νους! της Νίκη Μπλούτη

Τελικά κάνουν καλό τα όνειρα στην ψυχή μας.

Έχει δίκιο ο φίλος μου ο Γιώργης. ‘’Τι να κάνω ρε φίλε, μου έλεγε τις προάλλες, δε βγαίνει πέρα η στενοχώρεια, το έχω ρίξει κι εγώ στα όνειρα, όπως η μάνα μου η συγχωρεμένη. Κάθε πρωί που ξύπναγε, μας έλεγε τα όνειρά της και μας τα εξηγούσε κιόλας. Όταν, ειδικά, έβλεπε καλό όνειρο το χαμόγελό της έφτανε μέχρι τ’ αυτιά. Πέρναγε μετά όλη τη μέρα της μες στη καλή χαρά. Κι η δικιά της κι η δικιά μας, αφού άλλαζε στη κυριολεξία η συμπεριφορά της. Μεταμορφωνόταν η γυναίκα μετά από ένα καλό όνειρο. Αλήθεια σου λέω, δε με πιστεύεις; Γινόταν γλυκομίλητη, τρυφερή, χαμογελαστή, συγύριζε το σπίτι και κελάηδαγε. Σαν την ακούγαμε να μουρμουρίζει κάνα τραγουδάκι, καταλαβαίναμε με μιας, πως κάτι καλό είδε στον ύπνο της. Άσε που αυτό που ευχαριστιόταν πιο πολύ απ’ όλα ήτανε όταν συναντούσε τους πεθαμένους της. Μια τον πατέρα της, μια τη μάνα της, τις θειάδες της, τα πεθερικά της… Όλοι την επισκέπτονταν με τη σειρά, λες και τους καλούσε ρε παιδί μου, λες και δίναν ραντεβού τα βράδια.  Πόση δύναμη έχουν τελικά τα όνειρα ε; Εκεί βρήκα κι εγώ λοιπόν διέξοδο, στα όνειρα. Κάθε βράδυ με το που ξαπλώνω αρχίζω να κάνω όμορφες σκέψεις και παλεύω με τη δύναμη του νου ν’ αποκοιμηθώ εκείνη ακριβώς την ώρα. Γιατί, να το ξέρεις, με τη δύναμη του νου μπορούμε να κάνουμε πολλά, η μάνα μου μας το ‘μαθε κι αυτό από παιδιά. Άμα κάνετε μας έλεγε κακές σκέψεις, το κακό θα σας παραμονεύει παντού, ενώ άμα τις αποδιώχνετε και σκέφτεστε μονάχα το καλό, μ’ αυτό θα πορεύεστε να ‘στε σίγουροι, έχει μεγάλη δύναμη το καλό, όλα τα παρασέρνει στο διάβα του, να το θυμάστε. Κάτι ξέρανε οι παλιοί, άκου με που σου λέω. Εμένα τουλάχιστον μου κάνουνε πολύ καλό τα όνειρα, στον ύπνο και στον ξύπνιο μου. Αφού σου λέω τελευταία, έχω καταφέρει να ονειρεύομαι με ανοιχτά τα μάτια ρε φίλε, δε με πιστεύεις; Βλέπω αυτά που θέλω μπροστά μου κι εξαφανίζονται τα άσχημα στο λεπτό…’’

 Να ‘ναι καλά ο Γιώργης που μου ‘πε πέντε πράματα και μ’ άνοιξε τα μάτια. Εγώ τη μάνα μου την έχασα νωρίς. Δεν πρόλαβε τίποτα να με διδάξει. Γιατί, κακά τα ψέματα, οι γονείς είναι αυτοί που κατευθύνουν τα βήματά μας. Όσα μάθεις από παιδί ποτέ δεν τα ξεχνάς. Κι απ’ τους γονείς του ο καθένας παίρνει τις πιο σπουδαίες συμβουλές, αφού είναι οι μοναδικοί στον κόσμο που θέλουν το καλό σου και δίνονται με περίσσια αγάπη. Ακολούθησα τις οδηγίες του φίλου μου μια δυο τρεις φορές, τη τέταρτη τα κατάφερα. Ε ρε χαρά που πήρα! Μόνο που δεν έβαλα τα κλάματα απ’ τη χαρά μου όταν ξημέρωσε… Δύναμη που την έχει ο νους! Ξάπλωσα που λες ένα βράδυ στο κρεβάτι μου και κάλεσα τη μάνα μου, μ’ ανοιχτά τα μάτια σου μιλάω τώρα. Ε ρε και βλέπω μπροστά μου τη φιγούρα της να κοντοζυγώνει από μακριά και μ’ έπιασε ανατριχίλα! Μου σηκώθηκε η τρίχα κάγκελο ρε φίλε, απ’ το φόβο κι απ’ το δέος που θα τη συναντούσα. Από μια φωτογραφία τη γνώριζα ως τα τώρα, που κρεμόταν πάνω απ’ το προσκέφαλο του πατέρα. Στη γέννα μου τη χάσανε τη καψερή από αιμορραγία. Κείνα τα χρόνια βλέπεις, δεν είχανε όλες τα μέσα να γενάνε σε νοσοκομεία με γιατρούς από πάνω τους. Στα σπίτια τους γεννάγανε οι πιο πολλές, με μαίες και γειτόνισσες. Τι τα θες; Όπου φτωχός κι η μοίρα του, που λένε. Χτύπαγε που λες σαν τύμπανο η καρδιά μου όσο κοντοζύγωνε. Όμορφη που ‘τανε! Λες και δεν είχε περάσει μέρα από πάνω της. Μάνα, ψέλισσα μες στην τρομάρα μου. Ένα βήμα μας χώριζε να φανταστείς. Μάνα, ξαναείπα με λαχτάρα, εσύ είσαι; ‘’Εγώ είμαι παιδί μου δε με γνώρισες; Εσύ δε με κάλεσες; Για σένα ήρθα…’’ μου είπε με τη μελιστάλαχτη φωνή της. Μου κοπήκανε τα πόδια ρε φίλε, τι να σου λέω. Λες κι ήμουνα πιτσιρικάκι τη χάζευα και λαχταρούσα την αγκαλιά της. Δεν πίστευα στα μάτια μου. Δεν ήξερα τι να της πω. Δεν ήξερα τι να κάνω. Είχα μπροστά μου τη μάνα μου και δεν ήξερα πώς να φερθώ. Αυτή με κοίταγε σαν να μη με χόρταινε, με χάιδευε με τη ματιά της από πάνω μέχρι κάτω. Έβλεπα στα μάτια της που με καμάρωνε. Δεν μου ‘χει χαρίσει τέτοια ματιά άνθρωπος ως τα τώρα ρε φίλε, με πιστεύεις; Τέτοια τρυφερή κι αγαπημένη ματιά μονάχα μια μάνα μπορεί να χαρίσει στο παιδί της.

‘’Μεγάλωσες καρδιά μου, έγινες άντρας σωστός… Πήρες μπόι κι έκανες μπράτσα δυνατά… Να ξέρεις πως εγώ είμαι πάντα στο πλάι σου και σε προσέχω. Είμαι ο άγγελός σου. Κάθε φορά που σηκώνεις τα μάτια σου στον ουρανό, να ξέρεις πως ένα απ’ αυτά τα χιλιάδες αστέρια που είναι καρφωμένα εκεί πάνω, είναι δικός σου και σου ανήκει. Μη σε φοβίζει τίποτα. Ό,τι γίνεται εκεί κάτω στη ζωή εδώ πάνω φαντάζει τόσο ασήμαντο. Δεν έχει νόημα να στενοχωριέσαι και να χαλάς τη ζαχαρένια σου για τίποτα, σε βεβαιώνω. Ζήσε την κάθε στιγμή σαν να ‘ναι η τελευταία σου, μ’ ακούς; Μονάχα έτσι θα την απολαύσεις. Γέλα, κλάψε, γλέντα, κάνε ό,τι σου αρέσει κι ό,τι ποθείς με πάθος. Μη συμβιβάζεσαι με τίποτα, κυνήγα τα όνειρά σου όσο μπορείς. Μη σε τρομάζει η φτώχεια αγόρι μου. Να θυμάσαι πως εδώ πάνω ακόμα και οι πάμπλουτοι έρχονται με ένα πανωφόρι και τίποτα άλλο δεν κουβαλάνε μαζί τους. Ούτε σπίτια, ούτε χρήματα… Εδώ πάνω είμαστε όλοι ίσοι. Η ζωή είναι μικρή και δεν αξίζει τον κόπο να την περνάς με στενοχώριες, μ’ ακούς;  Όποτε με καλείς θα έρχομαι κοντά σου αγόρι μου. Όποτε μ’ έχεις ανάγκη μη διστάσεις να με φωνάξεις…’’ είπε στο τέλος  και με πλησίασε ακόμα πιο πολύ. Κι ύστερα άνοιξε τα χέρια της σαν φτερούγες και μ’ έκλεισε στην αγκαλιά της. Κούρνιασα εκεί όλη νύχτα σαν πουλάκι λαβωμένο και ρούφαγα το άρωμά της. Ένα γλυκό άρωμα σαν αυτό που μοσχοβολάνε τα γλυκά, βανίλια με κανέλα, κάπως έτσι μύριζε η αγκαλιά της. Ξέρεις πόσο σημαντικό είναι για μένα ρε φίλε που βρήκα τη μυρωδιά της μάνας μου; Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο δυνατός ένιωσα κλεισμένος εκεί μέσα. Με πήρε ο ύπνος στην αγκαλιά της μάνας μου που δεν τη γνώρισα ποτέ… Γι’ αυτό σου λέω, πως τελικά, μες στο κεφάλι μας γίνονται όλα, στο χέρι μας είναι να παλεύουμε και να νικάμε… Αυτό κατάλαβα εγώ τουλάχιστον.  Δύναμη, όμως, που την έχει ο νους!

  

 

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο