Κοινοποιείστε το άρθρο

Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας: O βιασμός και η μη συγκατάθεση του παθόντος

 

Γράφει ο Κωνσταντίνος Χριστόπουλος απόφοιτος της Νομικής του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης.

Στο δέκατο ένατο (19ο) Κεφάλαιο του Νέου Ποινικού Κώδικα περιγράφονται οι τυποποιούμενες ως εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας του ατόμου πράξεις.

Η απαξία των πράξεων αυτών είναι βαρύτατη σε ποινικό αλλά και σε ηθικοκοινωνικό επίπεδο. Το έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας, που κατά περίπτωση προσβάλλεται, θίγεται εκ βαθέων κατ΄ουσίαν. Κι αυτό διότι, αναμφισβήτητα, αποτελεί ουσιώδη έκφανση της προσωπικότητας του ανθρώπου.

Ως εκ τούτου, θίγεται και η ίδια η αξία της ανθρώπινης ζωής επί της οποίας -ως και συνταγματικώς προβλέπεται- υφίσταται υποχρέωση σεβασμού και προστασίας προς διασφάλιση και μη υποβάθμισή της. Συνοπτικώς, πράξη κατά της γενετήσιας ελευθερίας σημαίνει πράξη που στρέφεται ευθέως κατά του ιδίου του ατόμου, ήτοι κατά της ζωής του, της φύσης και της υπόστασής του.

Την αρνητικότερη από ποινικής αλλά και ηθικοκοινωνικής επόψεως χροιά, ενέχει ο βιασμός που τυποποιείται ως έγκλημα στο άρθρο 336 του ΠΚ. Για την στοιχειοθέτηση του εν λόγω εγκλήματος, απαιτείται αντικειμενικώς επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης (ήτοι συνουσία και ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξεις, άρ.336 παρ.2 ΠΚ) υπό καθεστώς εξαναγκασμού (ο οποίος σαφώς κρίνεται αναπόφευκτος) συντελουμένου διά της σωματικής βίας, διά της απειλής σοβαρού και άμεσου (επικείμενου) κινδύνου ζωής ή σωματικής ακεραιότητας (άρ.336 παρ.1 ΠΚ). Δράστης, άλλως θύτης ή κοινώς βιαστής, μπορεί να είναι ένας ή και περισσότερα του ενός άτομα. Στη μεν πρώτη περίπτωση, η εκ του νόμου απειλούμενη ποινή είναι η κάθειρξη. Στη δε δεύτερη, η κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών.

Σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο του ιδίου άρθρου, αν κάποια από τις επιμέρους πράξεις που υπάγονται αντικειμενικώς στην ποινικά κολάσιμη πράξη του βιασμού είχε ως αιτιακή εξέλιξη (εγκληματικό αποτέλεσμα) τον θάνατο του παθόντος, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών. Σημειωτέον ότι το ως άνω εγκληματικό αποτέλεσμα δύναται να επέλθει και από την ίδια την γενετήσια πράξη, ήτοι την εξαναγκαστική συνουσία ή άλλη ίσης βαρύτητας με αυτήν πράξη.

 

Κατ΄άρθρον 336 παρ.5 ΠΚ, όποιος -εκτός της περιπτώσεως της παρ.1- επιχειρεί γενετήσια πράξη χωρίς τη συναίνεση του παθόντος, τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη.

Ειδικότερα, όσον αφορά στον εξαναγκασμό προς επιχείρηση ή ανοχή γενετήσιας πράξης, δέον να τονιστεί ότι απαιτούμενος όρος για την πλήρωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος του βιασμού είναι η ύπαρξη αντίθετης βούλησης του φορέα του εννόμου αγαθού που εν προκειμένω προσβάλλεται. Σε αυτό, άλλωστε, έγκειται κι ο εξαναγκασμός, ήτοι στην ύπαρξη αντίθετης βούλησης από το θύμα. Μη θεμελίωση σύμφωνης βούλησης σημαίνει έλλειψη συγκατάθεσης και άρα πλήρωση των εκ του νόμου απαιτούμενων αντικειμενικώς όρων.

Η συγκατάθεση εντάσσεται στο κατ΄αρχήν άδικο μιας ποινικώς ενδιαφέρουσας πράξης. Άξια αναφοράς είναι εδώ η διαφορά της συγκατάθεσης από τη συναίνεση. Η συγκατάθεση αποτελεί καθεαυτή όρο -έστω και μη ρητά αναφερόμενο- της αντικειμενικής υποστάσεως του εκάστοτε εγκλήματος και ταυτίζεται απόλυτα χωροχρονικώς με την τέλεση μιας άδικης πράξης. Σε περίπτωση που ελλείπει, δεν στοιχειοθετείται κατ΄αρχήν άδικη πράξη.

Από την άλλη, η συναίνεση θα μπορούσαμε να πούμε πως υπάγεται σε ένα πιο διευρυμένο επίπεδο ποινικής αξιολόγησης της συμπεριφοράς του φερόμενου κάθε φορά ως θύματος. Η συναίνεση, εφόσον εξωτερικεύεται και κρίνεται αντικειμενικώς δυνατή, αίρει το άδικο μιας πράξης. Συγκεκριμένα, αίρει το τελικά άδικο μιας πράξης. Άλλως, αποτελεί καθεαυτή λόγο άρσης του αδίκου (στοιχειοθετηθέντος κατ΄αρχήν αδίκου μιας πράξης). Αντιλαμβάνεται κανείς πως πρόκειται για έννοιες που δύσκολα διακρίνονται ορολογιακά και σημασιολογικά μεταξύ τους και δη από ποινικής επόψεως.

Ο Νομοθέτης, στο άρθρο 336 ΠΚ, στην παρ.1 υπονοεί ως όρο της αντικειμενικής υποστάσεως την έλλειψη συγκατάθεσης κάνοντας χρήση του όρου του εξαναγκασμού. Στην παρ.5 του ιδίου άρθρου πάλι, προβλέπει ρητώς την άνευ συναινέσεως του θύματος επιχείρηση γενετήσιας πράξης. Εξαιρεί, πάντως, την περίπτωση της παρ.1 , αφού κατ΄ουσίαν δεν γίνεται λόγος για εξαναγκασμό διά της ευθείας ασκήσεως σωματικής βίας ή ευθείας χρήσεως απειλών κατά προσώπου.

Καταλήγοντας, διαπιστώνουμε πως ο βιασμός δεν αποτελεί απλώς μια ποινικώς κολάσιμη πράξη. Αποτελεί συγχρόνως και μια πράξη με βαρύτατη απαξία για την κοινωνία αλλά και για την ηθική που τη χαρακτηρίζει και την καθορίζει. Το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό της γενετήσιας ελευθερίας πρέπει να προστατεύεται άνευ όρων κι εξαιρέσεων. Ωστόσο, αυτό δεν θα πρέπει να αναιρεί δεύτερες σκέψεις σε σχέση με την στοιχειοθέτηση της συγκατάθεσης ως όρου της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Κι αυτό διότι, στο πλαίσιο της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, εμπεριέχεται και ο σεβασμός του φερόμενου ως δράστη/βιαστή μέχρι να του αποδοθούν οι κατηγορίες ή μέχρι την καταδίκη του. Διασυρμός αθώου αποτελεί ”βιασμό” ομοίως, όχι της γενετήσιας ελευθερίας αλλά της ιδίας της ανθρώπινης φύσης, ζωής, προσωπικότητας.

 

 

ΠΗΓΕΣ:

[1]Γιάννης Μπέκας, Πρακτική Διδασκαλία Ποινικού Δικαίου, σελ. 93, Αθήνα 2005, Δίκαιο & Οικονομία Π.Ν. ΣΑΚΚΟΥΛΑΣ

 

 

 

 

 

Πηγη pollsandpolitics.gr

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο