ΕΙΔΗΣΕΙΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΤΑΞΙΔΙΑ, ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ
Ορθοδοξία

Εκείνο που ο Θεός σέβεται πάνω απ’ όλα στον άνθρωπο είναι η ελευθερία του.

 

Εκείνο που ο Θεός σέβεται πάνω απ’ όλα στον άνθρωπο είναι η ελευθερία του.

Γι’ αυτό και ποτέ δεν αναγκάζει τον άνθρωπο να τον αγαπήσει: «Για την πολλήν αγάπη του, δε θέλησε να βιάσει την ελευθερία μας, αν κι ήταν δυνατός να το κάμει, αλλά να τον πλησιάσουμε με την αγάπη του φρονήματος μας» (Ισαάκ ο Σύρος).

Ο Θεός, που είναι η ελευθερία και η αλήθεια για την ελευθερία, γνωρίζει και μπορούμε κι εμείς να γνωρίζουμε, ότι η ελευθερία δεν είναι κάποιο δίλημμα ή εκλογή, αλλά η μοναδική προσωπική κλήση του άνθρωπου και η αγάπη, που τελειώνει την ελευθερία, δεν είναι κάποιος συναισθηματισμός ή αρετή, αλλά η μοναδική προσωπική έκφραση του ανθρώπου.

Μόνο ο άνθρωπος της πτώσεως μπορεί να αγνοεί αυτή την πραγματικότητα και από φόβο ή αμφιβολία να διαστρέφει την ελευθερία και να καταλύει την αγάπη και να φτάνει έτσι στην εωσφορική ύβρη της αυτοθεώσεώς του, στο δαιμονικό ψέμα της μονοκρατορίας του.

Έτσι υποκύπτει στο συνεχή πειρασμό της ψευδοαισθήσεως και ψευδοκαυχήσεως, ότι τη θέση του Θεού μπορεί να την παίρνει ο άνθρωπος ή ότι το κενό που αφήνει ο «θάνατος» του Θεού μπορεί να το πληρώνει η ζωή του ανθρώπου.

Ο αιώνας μας βάλθηκε και βιάστηκε να πλάσει το μύθο για το «θάνατο» του Θεού, στο όνομα μιας καθαρά ανθρωπιστικής λογικής και ουμανιστικής υπεροψίας:

Ο «θάνατος» του Θεού όχι μόνο δεν αφήνει ρωγμές στη δομή του κόσμου, αλλά και θα επιτρέψει επί τέλους στον άνθρωπο να πραγματοποιήσει ανενόχλητος τον εαυτό του και να ζήσει τη ζωή του, να ασκεί απεριόριστα την ελευθερία και την αγάπη του!

Σύμφωνα μ’ αυτή τη φιλοσοφία, ο «θάνατός» του Θεού είναι η ζωή του ανθρώπου (ξεχνώντας βέβαια τον αληθινό θάνατο του Θεού που είναι πηγή ζωής και αναστάσεως), γιατί ο Θεός, στα όρια φαίνεται των ιδεών περί Θεού, είναι το αδύνατο το δειλό, το πονηρό και ανέραστο ον, που φοβάται, μισεί, επιβουλεύεται και εχθρεύεται τη ζωή του ανθρώπου. Στο δαιμονικό ψευδοδίλλημα: ή ο Θεός ή ο άνθρωπος, ο άνθρωπος δε δυσκολεύεται να διαλέξει το μηδενισμό, γιατί δε θ’ αργήσει να ανακαλύψει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να υποκαταστήσει ή αντικαταστήσει το Θεό. Έτσι όμως φτάσαμε στην τραγωδία του σύγχρονου άθεου ανθρωπισμού, στη σύγχυση των ουμανισμών και των πολιτισμών: «Ο δαίμονας νίκησε κι ο άνθρωπος έμεινε χωρίς να πάει πουθενά». Ο δρόμος της αυτοθεοποιήσεως του ανθρώπου οδηγεί στην καταστροφή του ίδιου του ανθρώπου και της ελευθερίας του.

Στην πραγματικότητα δεν έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο  ή το δίλημμά μας δεν είναι ή ο Θεός ή ο άνθρωπος. Ας επαναλάβουμε ότι το πρόβλημα του ανθρώπου είναι θεανδρικό πρόβλημα, θεανθρώπινο, ότι ο άνθρωπος είναι η ανθρώπινη όψη του Θεού, ότι μεταξύ Θεού και ανθρώπου υπάρχει η πιο μεγάλη συγγένεια, ότι το ανθρώπινο πνεύμα δε χαίρεται παρά στην όραση του Θεού.

Κανένας δεν μπορεί να είναι μόνος: Ούτε ο Θεός γνωρίζεται και εκφράζεται χωρίς τον άνθρωπο, ο άνθρωπος ορίζεται και τελειώνεται χωρίς το Θεό. «Ο Θεός στο μέσο των θεών». Δια του Θεού στον άνθρωπο και δια του ανθρώπου στο Θεό· αυτή είναι η εμπειρική οδός της θεογνωσίας και ανθρωπογνωσίας.

Δεν υπάρχει ο Θεός χωρίς φιλανθρωπία και δεν υπάρχει ο άνθρωπος χωρίς φιλοθεΐα. Όπως γράφτηκε, «όταν απορρίπτουμε το Θεό -την Αγία Τριάδα- ως το μοναδικό θεμέλιο κάθε πραγματικότητας, κάθε όντος, κάθε σκέψεως και ζωής, είμαστε καταδικασμένοι σ’ ένα αδιέξοδο, καταντούμε σε κάποια απορία και παραφροσύνη, στο σπαραγμό του είναι, στον πνευματικό θάνατο. Μεταξύ της Τριάδος και της κολάσεως δεν υπάρχει άλλη εκλογή».

Ο άνθρωπος δεν έχει να εκλέξει ανάμεσα στο Θεό και τον εαυτό του.

Η απόρριψη ή η άρνηση του μόνου Θεού, σαν υποκύψει στον πειρασμό της αυτονομίας και της αυτάρκειας του ανθρώπου, ταυτίζεται με την κόλαση ή το χάος, την αλογία ή τον παραλογισμό, το θάνατο ή το μηδέν, σ’ όλη την υπαρξιακή διάστασή τους.

Γιατί έχουμε χάσει την κατεξοχήν πραγματικότητα, απώλεια που προσδιορίζει όλη την τραγωδία της πραγματικότητας: όλα γίνονται αφροσύνη, διαστροφή, αποτυχία, απόγνωση.

Αν «η ανθρώπινη ύπαρξη αντιμετωπίζει την απελπισία είναι γιατί στερείται το Θεό», επειδή «τι θα ήταν πράγματι να απελπίζομαι, παρά να διακηρύττω ότι ο Θεός αποσύρθηκε από μένα;». Και «αν ο κόσμος είναι παράλογος, αυτό το σκέφτηκε ο άνθρωπος κι ο άνθρωπος τον έκαμε παράλογο», επειδή ο ίδιος είναι παράλογος («άφρων») χωρίς Θεό.

Στην εποχή μας «δεν έχει πεθάνει μόνο ο Θεός, αλλά κι ο άνθρωπος: στέκει τώρα μόνος και χωρίς γιατρειά κάτω από έναν αδειανό ουρανό».

Οι Πατέρες δίνουν μια βαθύτερη ερμηνεία αυτού του τρομακτικού γεγονότος, που επαναλαμβάνουμε: Όπου δεν είναι ο Χριστός, εκεί είναι δαίμονες και δαιμονισμένοι, εκεί οι λογισμοί διαστρέφονται και παρεισάγεται το κακό σαν ακαθαρσία στον κόσμο.

Είναι οδυνηρό να βλέπει κανένας το φόβο και την υποκρισία του αυτονομηθέντος και αυτοθεοποιηθέντος ανθρώπινου όντος: Να είναι ελεύθερος, αλλά γελοίος και κυνικός, παντοδύναμος, αλλά φοβισμένος και επικίνδυνος, παντογνώστης, κάτοχος μιας εξυπνάδας που καταπιάνεται με όλα ή τα εξηγεί όλα, αλλά που τα αγνοεί ή τα αρνείται όλα. Και ενώ αρνήθηκε το Θεό αρνείται να αναλαμβάνει τις ευθύνες της απεριόριστης ελευθερίας, της παντοδυναμίας και παντογνωσίας του.

Ενώ κατέθεσε τον εαυτό του «μέτρον πάντων χρημάτων» ή αρχή κάθε σοφίας, την αυτάρκη και αυτονόητη εξήγηση όλων των πραγμάτων, παραμένει ανήμπορος και τρομαγμένος ενώπιον του μυστηρίου του κόσμου. Ενώ γι’ αυτόν τον αλλοτριωμένο από το Θεό και αυτονομημένο άνθρωπο όλα επιτρέπονται και όλα είναι δυνατά, ταυτόχρονα διαπιστώνει ότι ο ίδιος δεν μπορεί να αντέξει αυτή την ανεξέλεγκτη πλησμονή των θελήσεων και των δυνάμεών του, όταν μάλιστα ανακαλύπτει τον κίνδυνο που κρύβεται σ’ αυτές τις θελήσεις και τις δυνάμεις του.

Έτσι, στον αυτονομημένο άνθρωπο κυριαρχεί το φόβος του ετερονομημένου όντος του δουλωμένο  κάτω από μισάνθρωπες και μισόκαλες δυνάμεις, ή απουσιάζει το αληθινό νόημα και το κριτήριο της αυθεντικής ζωής, η ερμηνεία και καταξίωση των πραγμάτων του κόσμου. Έτσι βλέπει κανένας τους ανθρώπους να φτάνουν στην έσχατη ένδεια και αλογία, την πονηριά και υποκρισία, την αποθράσυνση και κυνικότητα, την αυτοαπόρριψη και αυτογελοιοποίηση  τους: Να καταστρέφουν ή να βρωμίζουν τον κόσμο κι ύστερα να φορτώνουν στο Θεό τις ευθύνες αυτής. της πρωτοβουλίας ή να τον καλούν να τους απαλλάξει από τις συνέπειες αυτής της πρωτοβουλίας.

Με όλα αυτά φτάνουμε στη βεβαιότητα, χωρίς να εγκαταλείπουμε την αυτομεμψία, την ταπεινοφροσύνη και την ταπεινή αγάπη, ότι η διέξοδος στα ανθρώπινα αδιέξοδα δεν μπορεί όπως ειπώθηκε, «να προκύψει μέσα από μια νέα υπευθυνότητα απλώς των ανθρώπων, με την οποία δεν θα υπάρξει μια νέα απλώς εποχή, αλλά κάτι που θα μπορεί να χαρακτηριστεί σαν η δεύτερη ιστορία τους… και τότε πραγματικά είμαστε στο μεταίχμιο δυο κόσμων». Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να προκύψει από μια νέα ανθρωποκεντρική απλώς θεώρηση της ιστορίας, από μια νέα έξαρση του άθεου ουμανισμού. Μόνο το θεοκεντρικό  είναι και ανθρωποκεντρικό και το ανθρωπιστικό είναι βαθιά θεανθρώπινο. Ο κόσμος δεν έχει ανάγκη από ένα νέο κλειστό ανθρωπισμό, στον οποίο λειτουργεί αυτόματα κάποιο «ένστικτο αισιοδοξίας», που εξεγείρεται και αντιδρά στην απειλή μιας αυτοκαταστροφής του ανθρώπου και του ανθρωπισμού.

Έχει ήδη διατυπωθεί η βεβαιότητα ότι «ο εικοστός πρώτος αιώνας θα είναι ή μυστικιστικός ή τίποτα». Οι άνθρωποι άρχισαν ήδη να αναγνωρίζουν ότι τίποτα δεν είναι πιο άνανδρο και πιο μάταιο, πιο άχρηστο και πιο απελπιστικό, από του να κάνουν το γενναίο ενώπιον του Θεού ή να αρνούνται το Θεό, χωρίς να έχουν κάτι αντάξιο να προτείνουν στη θέση του. Και φαίνεται ότι ο κόσμος, με τα γρηγορούντα πνεύματά του, προετοιμάζεται για μια νέα εποχή, που ήδη έχει αρχίσει όταν οι κάθε λογής επαναστάσεις αποδείχτηκαν «φιάσκο» και διαψεύστηκαν οι ιδεολογίες, για να παραχωρήσουν τη θέση τους στην πνευματική αναζήτηση και το θεολογικό־θεανδρικό μυστήριο: Όλα τείνουν να καταλήξουν στην ελπίδα ότι μόνο ο Θεός και η πίστη στο Θεό είναι η διαφάνεια του ανθρώπου και η πίστη στον άνθρωπο, ότι μόνο στο Θεό έχουμε τη βεβαιότητα της υπάρξεως και της αιωνιότητας της υπάρξεως του ανθρώπου.

Τα γεγονότα του αιώνα μας είναι τόσο τραγικά, αλλά και τόσο αποκαλυπτικά· εκφράζουν τόση αθλιότητα αλλά και τόση δίψα, που είναι σαν να επιβεβαιώνουν και να διακηρύσσουν: «Σήμερα, λοιπόν, ο Θεός ή τίποτα».

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο Θεός… και προσκυνούμεν την ένδοξόν Του Ανάστασιν» και μας ανοίγει, εδώ και τώρα, τη θύρα ενός καινούργιου αιώνα στην ιστορία του κόσμου· ενός μελλοντικού (εσχατολογικού) αιώνα ελευθερίας και αγάπης, «χάριτος αντί χάριτος», όπως τον ονειρεύονται τα παιδιά και οι νέοι μας.

Η Εκκλησία, εδώ και τώρα, είναι η πρόγευση των μελλόντων…

«Παρέβαλον αδελφοί προς τον Αββάν Φίληκα, έχοντες μεθ’ εαυτών κοσμικούς· και παρεκάλεσαν αυτόν, ίνα είπη αυτοίς λόγον· ο δε γέρων εσιώπα· επί πολύ δε παρακαλούντων αυτών, είπεν αυτοίς· λόγον θέλετε ακούσαι; λέγουσιν αυτώ· ναι, Αββά· είπεν ούν ο γέρων· άρτι ούκ ένι λόγος· ότε ηρώτων οι αδελφοί τους γέροντας και εποίουν ά έλεγον αυτοίς, ο Θεός επεχορήγει το πώς λαλήσαι· νυν δε, επειδή ερωτώσι μεν, ου ποιούσι δε ά ακούουσιν, ήρεν ο Θεός την χάριν του λόγου από των γερόντων και ουχ ευρίσκουσι τι λαλήσαι, επειδή ουκ έστιν ο εργαζόμενος· και ακούσαντες οι αδελφοί ταύτα, εστέναξαν λέγοντες· εύξαι υπέρ ημών, Αββά».

Αντί για επίλογο

«Έλεγον περί του Αββά Μακαρίου του Αιγυπτίου, ότι ανέβαινε ποτέ εκ της Σκήτεως εις το όρος της Νιτρίας· και ως ήγγισεν εις τον τόπον, είπε τω μαθητἠ αυτού· πρόλαβε μικρόν· και εν τω προάγειν αυτόν, συναντά τινι ιερεί των Ελλήνων· και κράξας αυτώ ο αδελφός, εφώνει  λέγων αι, αι, δαίμον, που τρέχεις; στραφείς δε εκείνος, δίδει αυτώ πληγάς και αφίει αυτόν ημιθανη· και άρας το ξύλον έτρεχε·

και προβάντι ολίγον, συναντά αυτώ ο Αββάς Μακάριος τρέχοντι· και λέγει αυτώ· σωθειής, σωθειής, καματηρέ·

και θαυμάσας ήλθε προς αυτόν και είπε· τι καλόν

είδες εν εμοί, ότι προσηγορευσάς με;

λέγει αυτώ ο γέρων· ότι είδον σε κοπιώντα· και

ουκ οίδας ότι εις κενόν κοπιάς·

λέγει αυτώ και αυτός· καγώ επί τω ασπασμώ σου

κατενύγην· και έμαθον ότι του μέρους του Θεού

ει· άλλος δε κακός μοναχός απαντήσας μοι, ύβρισέ

με· καγώ έδωκα αυτώ πληγάς εις θάνατον· και

έγνω ο γέρων ότι ο μαθητής αυτού εστι·

και κρατήσας τους πόδας αυτού ο ιερεύς έλεγεν·

ουκ αφώ σε, εάν μη ποιήσης με μοναχόν·

και ήλθον επάνω όπου ην ο μοναχός και εβάσταξαν αυτόν και ήνεγκαν εις την εκκλησίαν του όρους· και ιδόντες τον ιερέα μετ’ αυτού, εξέστησαν· και εττοίησαν αυτόν μοναχόν· και πολλοί των Ελλήνων εγένοντο δι’ αυτόν χριστιανοί· έλεγεν ούν ο Αββάς Μακάριος, ότι ο λόγος ο κακός και τους καλούς ποιεί κακούς· και ο καλός λόγος και τους κακούς ποιεί καλούς».

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0

Related posts

Δέκα λόγοι για τους οποίους ΔΕΝ θα εµβολιαστώ!

Newsroom

Η «εξαφάνιση» της ορθόδοξης χριστιανικής πίστης στην Ευρώπη

Newsroom

«Να προσεύχεστε ο ένας για τον άλλον για να θεραπευθείτε»

Newsroom