Η χρόνια μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση ως αθέατοι εχθροί της υγείας μας

Όταν είμαστε μακριά από κάποιον που αγαπάμε, λέμε ότι πονάμε. Μπορείτε να θεωρήσετε αυτή την περιγραφή μεταφορική, αλλά οι απεικονίσεις εγκεφάλου δείχνουν ότι είναι απρόσμενα ακριβής.

Αποδεικνύεται ότι οι εμπειρίες κοινωνικού αποκλεισμού ή απόρριψης –όπως η αποπομπή από ένα αθλητικό παιχνίδι, τα αρνητικά κοινωνικά σχόλια, ή το κοίταγμα φωτογραφιών αγαπημένων προσώπων μας που έχουν πεθάνει– δραστηριοποιούν τις ίδιες ακριβώς περιοχές του εγκεφάλου που δραστηριοποιούνται όταν αισθανόμαστε σωματικό πόνο.

Όταν μας απορρίπτουν ή μας απομονώνουν κοινωνικά, δεν νιώθουμε απλώς θλίψη. Νιώθουμε πληγωμένοι και υπό απειλή. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι ερευνητές του στρες έχουν ανακαλύψει ότι το σώμα μας ανταποκρίνεται στην κοινωνική σύγκρουση –την κριτική ή την απόρριψη– με τον ίδιο τρόπο που ανταποκρίνεται σε ένα επικείμενο σωματικό τραύμα. Δεν είναι σύμπτωση ότι ένας από τους πιο συνηθισμένους φόβους στον άνθρωπο είναι η δημόσια ομιλία ή ότι ένα από τα πιο αποτελεσματικά εργαλεία που διαθέτουν οι ψυχολόγοι για να πυροδοτήσουν την αντίδραση «πολεμάς ή το βάζεις στα πόδια» είναι το Trier Social Stress Test, που απαιτεί από τους εθελοντές να μιλήσουν μπροστά σε μια επιτροπή από κριτές με αυστηρά πρόσωπα. Ανάλογη δραστηριότητα, όταν κανένας δεν σε βλέπει δεν προκαλεί ούτε κατά διάνοια το ανάλογο στρες.

Η έλλειψη κοινωνικών δεσμών, αν και λιγότερο επώδυνη, μπορεί να αποδειχτεί εξίσου τοξική με το πέρασμα του χρόνου: Ακόμα κι αν παρουσιάζουν χαμηλή βαθμολογία στις συμβατικές μετρήσεις στρες, οι μοναχικοί άνθρωποι έχουν υψηλά επίπεδα στις ορμόνες του στρες και στη φλεγμονή, με όλα τα προβλήματα υγείας που σημαίνει κάτι τέτοιο. Η κοινωνική υποστήριξη, επίσης, μοιάζει να μας προστατεύει από τις δύσκολες καταστάσεις – όσοι δεν διαθέτουν τέτοιου είδους προστασία είναι πολύ πιο ευάλωτοι σε άλλες πηγές στρες.

Αλλά γιατί η κοινωνική απόρριψη και απομόνωση μας επηρεάζουν τόσο δραματικά; Το να μην έχεις φίλους μπορεί να μην είναι ευχάριστο, αλλά σίγουρα δεν είναι θέμα ζωής ή θανάτου. Σε αυτό κάνω λάθος, λέει ο Τζον Κατσιόπο (John Cacioppo), ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο στο Ιλινόις, και ίσως ο καλύτερος ειδικός παγκοσμίως στο θέμα της μοναξιάς. Στο βιβλίο που εξέδωσε το 2008 με τίτλο Loneliness («Μοναξιά»), τονίζει ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας, η απομάκρυνση από τους άλλους μάς έθετε στον άμεσο κίνδυνο της λιμοκτονίας, του θανάτου ή της επίθεσης. Η κοινωνική απομόνωση αποτελούσε πράγματι θανατική καταδίκη, μια εξίσου σοβαρή απειλή όπως η πείνα, η δίψα και ο πόνος.

Ως αποτέλεσμα, εξελιχθήκαμε τόσο απελπισμένοι για ανθρώπινη επαφή που, αν τη στερηθούμε, μπορεί να δημιουργήσουμε εξαρτήσεις από άψυχα αντικείμενα, όπως ο χαρακτήρας του Τομ Χανκς στην ταινία Ναυαγός, που διατηρεί στενή σχέση με μια μπάλα του βόλεϊ την οποία αποκαλεί Γουίλσον. Αλλά δεν είναι απαραίτητο να ναυαγήσεις σε έρημο νησί για να αισθανθείς μοναξιά. Αν δεν αισθανόμαστε ότι μας νοιάζονται, μπορεί να αισθανόμαστε μόνοι ακόμα και όταν είμαστε περικυκλωμένοι από άλλους ανθρώπους: στο κολέγιο, σε ένα γεμάτο κόσμο λεωφορείο, σε έναν προβληματικό γάμο. Στο κάτω κάτω, το να βρίσκεσαι περικυκλωμένος από μια εχθρική φυλή είναι εξίσου επικίνδυνο με το να είσαι μόνος.

Οι επιπτώσεις της μοναξιάς, λοιπόν, εξαρτώνται όχι από το πόσες επαφές έχουμε, αλλά από το πόσο απομονωμένοι αισθανόμαστε.

Μπορεί να έχεις έναν ή δύο στενούς φίλους, αλλά αν αισθάνεσαι ικανοποιημένος, ότι έχεις υποστήριξη, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς για τις επιπτώσεις στην υγεία σου, λέει ο Κατσιόπο. «Αλλά αν κάθεσαι κάπου νιώθοντας ότι απειλείσαι από τους άλλους, νιώθοντας σαν να είσαι ολομόναχος στον κόσμο, τότε αυτός είναι λόγος για να κάνεις κάτι».

Τέτοιου είδους «μοναξιά μέσα στο πλήθος» αποτελεί αυξανόμενο πρόβλημα της σύγχρονης κοινωνίας, καθώς οι άνθρωποι μετακινούνται, μένοντας συχνά μακριά από οικογένεια και φίλους. Μελέτες σε δυτικές κοινωνίες δείχνουν ότι 20%-40% των ενηλίκων αισθάνονται μοναξιά κάποια περίοδο της ζωής τους, με έναν από τους πιο μοναχικούς πληθυσμούς που μελετήθηκε να είναι οι πρωτοετείς του κολεγίου. Οι περισσότεροι από εμάς σύντομα αρχίζουμε να αναζητούμε σχέσεις με άλλους ανθρώπους, ή γύρω μας οι συνθήκες αλλάζουν.

Αλλά το 5%-7% των ανθρώπων αναφέρει ότι αισθάνεται έντονη ή επίμονη μοναξιά. Ένας λόγος που ευθύνεται για την κατάστασή τους είναι ότι, όπως ακριβώς το στρες, έτσι και η χρόνια μοναξιά επανασχηματίζει τον εγκέφαλο• σε αυτή την περίπτωση, κάνει τους ανθρώπους να είναι πιο ευαίσθητοι στην κοινωνική απειλή. Οι μοναχικοί άνθρωποι βαθμολογούν τις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις πιο αρνητικά, εμπιστεύονται λιγότερο τους άλλους, και τους κρίνουν πιο αυστηρά. Εδώ, επίσης, υπάρχει μια εξελικτική λογική: σε μια εχθρική κοινωνική κατάσταση είναι σημαντικό να βρίσκεσαι σε εγρήγορση μην προδοθείς ή πάθεις κακό. Αλλά αυτό μπορεί να κάνει τους μοναχικούς ανθρώπους πιο διστακτικούς να αποκτήσουν σχέσεις με άλλους.

Επίσης, το γεγονός ότι αισθάνονται απειλή, μειώνει τις κοινωνικές δεξιότητές τους, λέει ο Κατσιόπο, κάνοντάς τους να εστιάζουν στις προσωπικές ανάγκες τους εις βάρος οποιοδήποτε άλλου. «Όταν μιλάς σε ένα μοναχικό άτομο νιώθεις λες και σε καταβροχθίζει με τα μάτια του», λέει. «Και όχι με καλό τρόπο». Το 2007 ο Κατσιόπο δημοσίευσε ένα συμπέρασμα που άνοιξε νέο δρόμο στον τρόπο που η σωματική κατασκευή μας επηρεάζεται από το περιεχόμενο του μυαλού μας. Έδειξε ότι το στρες –ειδικά το κοινωνικό στρες– δεν επηρεάζει απλώς τον εγκέφαλο. Φτάνει μέχρι μέσα στο DNA μας.

Από μια ομάδα 230 ηλικιωμένων από το Σικάγο, ο Κατσιόπο επέλεξε οκτώ από τους πιο μοναχικούς, που ένιωθαν από χρόνια απομονωμένοι, και έξι από τους πιο κοινωνικούς, που ανέφεραν ότι είχαν υπέροχους φίλους και κοινωνική υποστήριξη. Έστειλε δείγματα του αίματός τους στον μοριακό βιολόγο Στιβ Κολ (Steve Cole) του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Λος Άντζελες, ο οποίος ανέλυσε ποια γονίδια ήταν ενεργά σε κάθε ομάδα. Η έκφραση του μοτίβου γονιδίων διαφέρει ανάλογα με τα είδη των κυττάρων, οπότε ο Κολ εστίασε στα λευκά αιμοσφαίρια του ανοσοποιητικού συστήματος, γιατί αυτό που κάνουν τα συγκεκριμένα κύτταρα –είτε προκαλούν φλεγμονή είτε παράγουν αντισώματα, για παράδειγμα– είναι σημαντικό για την υγεία.

Η κοινωνική οπτική αυτών των κατοίκων του Σικάγο είχε δραματική επίδραση σε ό,τι συνέβαινε μέσα στα κύτταρά τους. Στα περίπου 22.000 γονίδια του γονιδιώματος, ο Κολ βρήκε σημαντικές διαφορές σε περισσότερα από 200 – τα οποία είτε είχαν ενεργοποιηθεί για να παραγάγουν μεγαλύτερη ποσότητα κάποιας συγκεκριμένης πρωτεΐνης είτε είχαν αδρανοποιηθεί για να παραγάγουν λιγότερη. Τα ξεχωριστά γονίδια μπορεί λόγω τύχης να δείχνουν διαφορετικά, αλλά εκείνο που ήταν εντυπωσιακό, λέει ο Κολ, ήταν το ευρύτερο μοτίβο. Ένα μεγάλο μέρος των αυξορρυθμισμένων γονιδίων των μοναχικών ανθρώπων σχετιζόταν με τη φλεγμονή, ενώ πολλά μειορρυθμισμένα γονίδια έπαιζαν ρόλο σε αντιιικές αντιδράσεις και παραγωγή αντισωμάτων.

Στους κοινωνικούς ανθρώπους ίσχυε το αντίθετο – η βιολογική δραστηριότητα στα ανοσοποιητικά κύτταρά τους έκλινε προς την αντιμετώπιση ιών και κυτταρικών όγκων και απομακρυνόταν από την παραγωγή φλεγμονής. Το σημαντικότερο, η διαφορά είχε μεγαλύτερη σχέση όχι με το πραγματικό μέγεθος του κοινωνικού δικτύου των εθελοντών αλλά με το πόσο απομονωμένοι αισθάνονταν οι ίδιοι. Ήταν μια πολύ μικρή μελέτη, αλλά μία από τις πρώτες μέχρι τότε που συνέδεαν μια κατάσταση του μυαλού με μια ευρύτερη, θεμελιώδη αλλαγή στην έκφραση των γονιδίων.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το ανοσοποιητικό μας σύστημα είναι συντονισμένο έτσι ώστε να ανταποκρίνεται στο κοινωνικό μας περιβάλλον. Είναι απολύτως λογικό ότι εξελιχτήκαμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, λέει ο Κατσιόπο. Στο παρελθόν, οι άνθρωποι σε μια σφιχτοδεμένη ομάδα κινδύνευαν από τους ιούς, οι οποίοι εξαπλώνονταν μεταξύ ατόμων σε κοντινή επαφή, ή –επειδή πιθανότερα ζούσαν περισσότερο– από μακροχρόνιες ασθένειες, όπως ο καρκίνος. Ένα απομονωμένο άτομο, αντίθετα, είχε περισσότερα να φοβηθεί από μια σωματική επίθεση, οπότε η επιβίωσή του εξαρτιόταν από τη δραστηριοποίηση κλάδων του ανοσοποιητικού συστήματος που περιλάμβαναν την επούλωση πληγών και την άμυνα απέναντι στη βακτηριακή μόλυνση.

Στον σημερινό κόσμο, όμως, αυτό το είδος έκφρασης των γονιδίων αποτελεί διπλό κακό, αυξάνοντας τον κίνδυνο ασθενειών που σχετίζονται με τη χρόνια φλεγμονή και ταυτόχρονα αφήνοντάς μας πιο ευαίσθητους στους ιούς και στον καρκίνο. Οι ερευνητές έχουν έκτοτε αναπαραγάγει αυτό το αρχικό εύρημα σε μεγαλύτερα δείγματα, και ο Κολ έχει δει το ίδιο αποτέλεσμα σε άλλους τύπους κοινωνικών δυσκολιών σε ανθρώπους και άλλα πρωτεύοντα, από μακάκους που τοποθετήθηκαν σε ασταθείς κοινωνικές ομάδες μέχρι ανθρώπους που φρόντιζαν ετοιμοθάνατους συντρόφους.

Ο Κολ ξεκινάει τώρα να ελέγξει αν είναι δυνατόν να αντιστραφεί αυτό το εχθρικό γενετικό προφίλ. Για παράδειγμα, σε μια μελέτη του 2012 σε 79 γυναίκες που είχαν πρόσφατα διαγνωστεί με καρκίνο του στήθους βρήκε ότι η ομαδική θεραπεία διαχείρισης άγχους μείωσε την έκφραση των σχετιζόμενων με φλεγμονή γονιδίων και ώθησε τις γυναίκες πίσω σε ένα αντιιικό προφίλ. «Το συμπέρασμά μας ήταν ότι η διάθεση παίζει ρόλο», λέει ο Μάικλ Αντόνι (Michael Antoni) του Πανεπιστημίου του Μαϊάμι στη Φλόριντα, ο οποίος διηύθυνε την έρευνα. Αλλά δεν συμφωνούν όλοι, ειδικά ο Τζέιμς Κόιν (James Coyne), ένας ψυχολόγος υγείας και επίτιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανία στη Φιλαδέλφεια, και διαπρεπής σκεπτικιστής σε ό,τι αφορά τη θετική ψυχολογία.

Ειδικά σε σχέση με τον καρκίνο: οι ερευνητές που ισχυρίζονται ότι οι ψυχολογικοί παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν την πρόοδο της ασθένειας ασκούν πίεση στους ασθενείς, τονίζει, και ρισκάρουν να αποδώσουν ευθύνες σε όσους δεν αναρρώνουν επειδή δεν σκέφτονται με τον σωστό τρόπο ή δεν παρακολουθούν τα σωστά μαθήματα. «Ισχυρίζονται ότι, αν κάνεις τις σωστές επιλογές, θα είσαι υγιής. Και αν όχι, θα πεθάνεις». Το κατά πόσο η κοινωνική υποστήριξη βοηθάει τους καρκινοπαθείς να ζήσουν περισσότερο αποτελεί θέμα συζήτησης από τότε που ο ψυχολόγος του Στάνφορντ Ντέιβιντ Σπίγκελ (David Spiegel) ανακάλυψε ότι η ομαδική θεραπεία διπλασίασε τον χρόνο επιβίωσης σε μια μελέτη του 1989 με 86 γυναίκες με μεταστατικό καρκίνο του στήθους.

Έκτοτε, έγιναν πολλές προσπάθειες να αναπαραχθεί το ίδιο αποτέλεσμα, οκτώ από τις οποίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η θεραπεία πράγματι αυξάνει την επιβίωση, ενώ επτά δεν βρήκαν καμία διαφορά. Τα αποτελέσματα από επιδημιολογικές μελέτες είναι, επίσης, ανάμεικτα, αλλά το 2013 ερευνητές του Χάρβαρντ που παρακολούθησαν 734.000 ασθενείς ανακάλυψαν ότι, από όλους τους τύπους καρκίνου που μελέτησαν, οι παντρεμένοι ασθενείς είχαν 20% λιγότερες πιθανότητες να πεθάνουν από τον καρκίνο τους, ακόμα και μετά τον έλεγχο για πρακτικά πλεονεκτήματα όπως η βοήθεια για να πηγαίνουν στα ιατρικά ραντεβού και να παίρνουν τα φάρμακα στην ώρα τους.

Σε γενικές γραμμές, ο Σπίγκελ ισχυρίζεται ότι οι αποδείξεις κλίνουν υπέρ του ότι υπάρχει σημαντική επίδραση στην επιβίωση, ενώ ο Κόιν καταλήγει ότι «η όλη ιδέα ότι ψυχολογικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν τη ζωή καρκινοπαθών είναι πέρα για πέρα ανοησία». Λέει ότι οι μελέτες του Αντόνι είναι πολύ μικρές για να δείξουν οτιδήποτε χρήσιμο και είναι σαν να ψάχνεις τα χρήματα που σου αφήνει η νεράιδα του δοντιού: ερευνάς έναν μηχανισμό όταν δεν έχει αποδειχτεί ότι υπάρχει κάποιο φαινόμενο που χρειάζεται εξήγηση. «Όλα όσα κάνουμε βρίσκονται σε πρωταρχικό στάδιο», απαντά ο Αντόνι. «Και πρέπει να είμαστε προσεκτικοί. Αλλά κάθε χρόνο μελέτες δείχνουν αποτελέσματα προς την ίδια κατεύθυνση. Δείχνουν ότι, αν αλλάξουμε την ψυχολογία, ακολουθούν παράλληλες αλλαγές στη φυσιολογία».

Ο Άντι παρακολουθεί τώρα 200 γυναίκες μέχρι δεκαπέντε χρόνια μετά τη θεραπεία, για να δει αν υπάρχει κάποια επίδραση στην επανεμφάνιση του καρκίνου ή στον χρόνο επιβίωσης. Γενικά, η ιδέα ότι οι κοινωνικές σχέσεις επηρεάζουν την έκφραση των γονιδίων με τρόπο σχετικό προς την υγεία υποστηρίζεται από ευρήματα ενός ανατέλλοντος πεδίου που ονομάζεται συμπεριφορική επιγενετική. Η επιγενετική αναφέρεται σε μια διαδικασία κατά την οποία το DNA ενός κυττάρου μετατρέπεται ή σημαίνεται με τρόπο που να ελέγχει μακροπρόθεσμα πώς θα ενεργοποιηθούν τα γονίδια αυτού του κυττάρου. Αυτό επιτρέπει στα κύτταρα του σώματός μας να αναπτυχθούν σε διαφορετικούς ιστούς –δέρμα, νεύρα, λευκά αιμοσφαίρια–, παρόλο που όλα περιέχουν το ίδιο DNA.

Οι επιστήμονες πίστευαν παλιά ότι, από τη στιγμή που οι επιγενετικές σημάνσεις εγκαθίστανται στο έμβρυο, παραμένουν αναλλοίωτες για όλη του τη ζωή. Αλλά η έρευνα τώρα δείχνει ότι τουλάχιστον κάποιες από αυτές ενδέχεται να αλλάξουν αργότερα – και από κοινωνικές επιδράσεις. Κάποια από τα σημαντικά πειράματα περιλαμβάνουν ποντίκια. Όταν οι μητέρες φροντίζουν τα μωρά τους γλείφοντας και καθαρίζοντάς τα, τα θηλυκά μωρά, μεγαλώνοντας, γίνονται και τα ίδια αφοσιωμένες μητέρες, με υγιή σωματική αντίδραση στο στρες. Στο μεταξύ, τα παραμελημένα μωρά ποντικιών μεγαλώνοντας γίνονται σεξουαλικά ασυγκράτητα και υπερευαίσθητα στο στρες, και αγνοούν τα ίδια τους τα παιδιά. Πρόσφατα οι ερευνητές ανακάλυψαν το γιατί: το γλείψιμο και το καθάρισμα των μωρών επηρεάζουν την επιγενετική σήμανση των γονιδίων που κωδικοποιούν τους υποδοχείς για τη σεξουαλική ορμόνη και για την ανάλογη της κορτιζόλης ορμόνη στα ποντίκια.

Η ίδια διαφορά στο γονίδιο του υποδοχέα κορτιζόλης εμφανίζεται στα ανθρώπινα θύματα αυτοκτονιών που είχαν κακοποιηθεί στην παιδική ηλικία τους – μια ένδειξη ότι παρόμοιες διαδικασίες μπορεί να λάβουν χώρα και στους ανθρώπους. Άλλες μελέτες δείχνουν ότι τα μοτίβα επιγενετικής μετατροπής διαφέρουν ανάλογα με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, ανάμεσα στα ιδρυματοποιημένα παιδιά και σε εκείνα που ανατράφηκαν από τους βιολογικούς γονείς τους, ορισμένες φορές ακόμα και ανάμεσα σε πανομοιότυπα δίδυμα. Έχουμε ήδη ακούσει ότι, όταν τα παιδιά εκτίθενται σε αντιξοότητες, ο ενήλικος εγκέφαλός τους γίνεται ευαίσθητος στο στρες.

Η επιγενετική δείχνει έναν δεύτερο τρόπο με τον οποίο ένα πρώιμο τραύμα –και ειδικά ένα σκληρό κοινωνικό περιβάλλον– μπορεί να προγραμματίσει τη φυσιολογία μας, βοηθώντας μας να εξηγήσουμε γιατί άνθρωποι που ανατράφηκαν σε σκληρά περιβάλλοντα υποφέρουν αργότερα από τόσο πολλές χρόνιες ασθένειες. Η έρευνα βρίσκεται ακόμα σε πρωταρχικό στάδιο – οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι με τα ποντίκια. Είναι, όμως, πιθανό ότι οι αντιξοότητες που βιώνουμε στη βρεφική ηλικία (ή στη μήτρα) σημαίνουν τα γονίδιά μας με τρόπο που αργότερα αυξάνει τα επίπεδα φλεγμονής και κάνει το ανοσοποιητικό μας σύστημα υπερευαίσθητο στην απειλή.

Οι θεραπευτές new age και ολιστικών προσεγγίσεων αντιμετώπισαν την ιδέα της επιγενετικής ως απόδειξη αυτού που οι ίδιοι ισχυρίζονταν ανέκαθεν – ότι μπορούμε να ελέγξουμε το DNA μας και, άρα, να θεραπεύσουμε τον εαυτό μας χρησιμοποιώντας το μυαλό μας. Τέτοιου είδους ισχυρισμοί είναι εξαιρετικά υπερβολικοί και παραπλανητικοί – οι ερευνητές μόλις που αρχίζουν να κατανοούν την ισορροπία μεταξύ επιγενετικών αλλαγών που καθορίστηκαν στην παιδική ηλικία και εκείνων που παρέμειναν ρευστές μέχρι αργότερα στη ζωή.

Επίσης, δεν είναι καθόλου σίγουροι για το πώς συμβαίνουν αυτές οι αλλαγές (αν και συμπεράσματα από έρευνες σε ζώα έχουν δείξει ότι ίσως να είμαστε πιο δεκτικοί πριν από την ηλικία των δύο ετών). Η εξακρίβωση της ακριβούς φύσης, των μηχανισμών και του χρονισμού αυτών των αλλαγών –πόσο μάλλον των επιπτώσεών τους στην υγεία– θα αποτελέσει μια ενθουσιώδη διαδικασία. Αλλά ήδη φαίνεται ξεκάθαρα ότι δεν κληρονομούμε από τους γονείς μας έναν και μοναδικό «βιολογικό εαυτό». Αντίθετα, τα γονιδιώματά μας περιέχουν μια μεγάλη ποικιλία δυνητικών εαυτών, και το κοινωνικό περιβάλλον μας –συμπεριλαμβανομένης της αντίληψης που έχουμε οι ίδιοι γι’ αυτό το περιβάλλον– βοηθάει στο να αποφασίσουμε ποιος από αυτούς τους εαυτούς θα γίνουμε.

 

Απόσπασμα από το βιβλίο της Jo Marchant «Ίαση – Ένα ταξίδι στην επιστήμη της επίδρασης του μυαλού στο σώμα» από τις εκδόσεις Πεδίο – Photo: Author/Depositphotos