Κοινοποιείστε το άρθρο

Μεγάλη Εβδομάδα: H μυστική δύναμη της ασθένειας

  (Επιμέλεια: Γεώργιος Φουκαδάκης)

 

Τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ο Μαρκέλ δεν ήθελε να νηστέψει. Έβριζε και κορόιδευε λέγοντας: «Όλα αυτά είναι κουταμάρες. Ούτε υπάρχει Θεός».

Η μητέρα και οι εργάτες του σπιτιού έφριξαν. Και εγώ, ο Ζηνόβιος, που ήμουν τότε εννιά χρονών τρόμαξα μόλις άκουσα αυτά τα λόγια.

 

Ξαφνικά, την έκτη εβδομάδα της νηστείας, η υγεία του αδελφού μου κλονίστηκε γιατί από μικρός ήταν φιλάσθενος και αδύναμος, στα όρια της φυματίωσης. Ήταν ψηλός και αδύνατος, με πολύ συμπαθητικό πρόσωπο. Μπορεί και να είχε κρυολογήσει. Ο γιατρός που τον εξέτασε ψιθύρισε στη μητέρα μου πως το πολύ να ζήσει μέχρι την άνοιξη. 

Η μητέρα άρχισε να κλαίει και παρακαλούσε τον αδελφό μου με γλυκές κουβέντες, για να μην τον φοβίσει, να νηστέψει και να κοινωνήσει, γιατί ακόμα τότε δεν είχε πέσει στο κρεβάτι. Μόλις τ’ άκουσε αυτός, θύμωσε και βλαστήμησε την εκκλησία του Θεού. Έμενε όμως σκεφτικός. Κατάλαβε πως η αρρώστιά του ήταν επικίνδυνη και πως γι’ αυτό τον έστελνε η μητέρα να κοινωνήσει, όσο ακόμα είχε δυνάμεις. Εδώ που τα λέμε, ήξερε και ο ίδιος πως ήταν άρρωστος από καιρό. Μάλιστα μια φορά είπε στη μητέρα με απόλυτη ψυχραιμία: «Δε θέλω να ζήσω μαζί σας σ’ αυτό τον κόσμο. Ίσως και να μη βγάλω αυτό τον χρόνο». Λες και το είχε προφητεύσει.

Η Μεγάλη Εβδομάδα

Πέρασαν δυο-τρεις μέρες και μπήκε η Μεγάλη Εβδομάδα. Ο αδελφός μου άρχισε να νηστεύει από τη Μεγάλη Τρίτη. «Αυτό, μητερούλα, το κάνω μόνο για χάρη σας. Θέλω να σας κάνω να χαρείτε και να ησυχάσετε», της είπε. Η μητέρα έκλαψε από χαρά και λύπη μαζί. «Αυτό σημαίνει πως βρίσκεται κοντά στο τέλος, με αυτή την ξαφνική μεταβολή που έγινε μέσα του», σκέφτηκε. Δεν πρόφτασε όμως να πάει πολλές φορές στην εκκλησία, γιατί έμεινε στο κρεβάτι. Έτσι εξομολογήθηκε και κοινώνησε στο σπίτι.

 

Ήρθαν μέρες φωτεινές και μυρωμένες, γιατί το Πάσχα έπεφτε αργά και εκείνη τη χρονιά. Θυμάμαι πως όλη τη νύχτα έβηχε και ο ύπνος του ήταν ταραγμένος. Το πρωί σηκωνόταν και προσπαθούσε να καθίσει στη μαλακή πολυθρόνα. Πάντα έτσι τον θυμάμαι. Καθόταν ήσυχος, πράος και χαμογελαστός. Αν και άρρωστος, η μορφή του ήταν εύθυμη και χαρούμενη. Μέσα του έγινε μια ριζική αλλαγή. Και τι υπέροχη ξαφνική αλλαγή! 

 

Όταν έμπαινε στο δωμάτιό του η γριά παραμάνα του έλεγε: «Άφησέ με να ανάψω τα καντήλια στα εικονίσματα». Πριν, δεν άφηνε να τα ανάψουν και τα έσβηνε ο ίδιος! Μετά όμως της έλεγε: «Άναψέ τα, καλή μου. Άναψέ τα! Ήμουν ένα τέρας που σας το απαγόρευα. Καθώς θα ανάβεις το καντήλι, να προσεύχεσαι στον Θεό και εγώ θα σε βλέπω που προσεύχεσαι και θα χαίρομαι. Και οι δυο μας, λοιπόν, προσευχόμαστε στον Θεό». Μου φαίνονταν παράξενα αυτά τα λόγια.

 

Η μητέρα πήγαινε και έκλαιγε κλειδωμένη στην κάμαρά της. Μονάχα σαν πήγαινε να τον δει, σκούπιζε τα δάκρυά της και έπαιρνε χαρούμενο ύφος. «Μην κλαις, καλή μου μητερούλα, μην κλαις. Θα ζήσω για πολύ ακόμα, έχω ακόμα πολλές χαρές να νιώσω. Η ζωή είναι τόσο ευχάριστη και τόσο χαρούμενη», της έλεγε. «Αχ παιδί μου, τι χαρά να νιώσω για σένα που όλη νύχτα σε ψήνει ο πυρετός και βήχεις. Λίγο ακόμα και θα ξεσχιστεί το στήθος σου», του έλεγε αυτή. «Μην κλαις, μαμά, η ζωή είναι παράδεισος και όλοι μας στον Παράδεισο βρισκόμαστε, μόνο που δε θέλουμε να το καταλάβουμε. Αν το καταλαβαίναμε, όμως, αύριο όλη η γη θα γινόταν ένας παράδεισος», της απαντούσε αυτός. Όλοι σαστίζαμε με αυτά τα παράξενα λόγια, που τα έλεγε με τόση βεβαιότητα. Συγκινούμασταν και κλαίγαμε μαζί.

 

Όταν έρχονταν να μας επισκεφτούν οι γνωστοί μας, τους έλεγε: «Φίλοι μου αγαπητοί, τι έκανα και μ’ αγαπάτε; Γιατί αγαπάτε ένα άνθρωπο σαν κι εμένα; Αξίζω, λοιπόν, το ενδιαφέρον σας; Γιατί δεν το κατάλαβα αυτό νωρίτερα; Γιατί δεν το εκτιμούσα;» Η μητέρα τον άκουγε κουνώντας το κεφάλι της: «Αγαπημένε μου, η αρρώστια σε κάνει να τα λες αυτά», του έλεγε. Και αυτός της απαντούσε: «Μαμά, είναι χαρά μου όταν υπάρχει ισότητα όλων των ανθρώπων. Πρέπει ακόμα να σου πω, πως ο καθένας μας είναι ένοχος μπροστά στους άλλους και πιο πολύ από όλους εγώ». Η μητέρα χαμογελούσε πικρά ακούγοντάς τον και έκλαιγε. «Γιατί είσαι ένοχος μπροστά σε όλο τον κόσμο; Εσύ τι αμαρτίες πρόλαβες να κάνεις και κατηγορείς τον εαυτό σου;», τον ρωτούσε. Κι αυτός αρχίζοντας με κάτι απρόσμενα και τρυφερά λόγια της έλεγε: «Μανούλα μου! Σταγόνα του αίματός μου! Ακριβή μου σταγονίτσα! Χαρά μου! Μάθε πως ο καθένας μας είναι ένοχος μπροστά στους άλλους και για όλα. Δεν ξέρω πώς να σου το εξηγήσω αυτό, αλλά έτσι αισθάνομαι πως είναι, μέχρι του σημείου να βασανίζομαι. Πως γίνεται να ζούμε μέσα στην κακία και να μην το καταλαβαίνουμε;» Σηκωνόταν λοιπόν κάθε πρωί όλο και πιο συγκινημένος, όλο και πιο χαρούμενος. Παλλόταν ολόκληρος από αγάπη! 

 

Ερχόταν πολλές φορές ένας γιατρός Γερμανός και τον ρωτούσε αστειευόμενος: «Λοιπόν, γιατρέ, θα ζήσω ακόμα μια μέρα σ’ αυτό τον κόσμο;» «Όχι μονάχα μία, αλλά πολλές και μήνες και χρόνια ακόμα», του απαντούσε ο γιατρός. «Τι να τους κάνω τους μήνες και τα χρόνια; Για ποιο λόγο να μετράμε τις μέρες; Και μια μέρα φτάνει στον άνθρωπο για να νιώσει την ευτυχία. Αγαπημένοι μου, γιατί να φιλονικούμε, να παινευόμαστε ο ένας μπροστά στον άλλο και να μνησικακούμε; Ας πάμε καλύτερα στον κήπο, να περπατήσουμε και να παίξουμε, αγαπώντας ο ένας τον άλλο, ανταλλάσοντας επαίνους και φιλιά κι αγαπώντας τη ζωή», φώναζε αυτός.

 

Τα παράθυρα της κάμαράς του έβλεπαν στον κήπο, τον οποίο σκίαζαν κάτι πελώρια γέρικα δέντρα, και στα κλαδιά τους είχαν εμφανιστεί τα πρώτα ανοιξιάτικα άνθη. Ήρθαν και τα πρώτα πουλιά, φτεροκοπούσαν και τιτίβιζαν κάτω από τα παράθυρά του. Αυτός τα έβλεπε και χαιρόταν∙ κι άρχιζε ξαφνικά να τους ζητάει να τον συγχωρήσουν: «Πουλάκια του Θεού, χαρούμενα πουλάκια, συγχωρείστε με κι εσείς γιατί έφταιξα απέναντί σας». Αυτό πια κανείς δεν μπορούσε να το εξηγήσει, αλλά εκείνος έκλαιγε από τη χαρά του. «Ναι, όλη η δόξα του Κυρίου είναι γύρω μου, τα πουλάκια, τα δέντρα, τα λιβάδια, οι ουρανοί κι εγώ ζούσα μέσα στη ντροπή, τα ατίμασα όλα και δεν μπορούσα να αντιληφθώ την ομορφιά και τη δόξα τους», έλεγε. «Σαν πολλά κρίματα παίρνεις πάνω σου, γιε μου», έλεγε καμιά φορά η μητέρα. «Μητερούλα, από χαρά κλαίω κι όχι από λύπη. Είμαι ευτυχισμένος. Βλέπεις εγώ ο ίδιος θέλω να είμαι ένοχος απέναντί σας, μόνο που δεν μπορώ να το εξηγήσω αυτό, επειδή δεν μπορώ να τα αγαπάω όλα μαζί. Είμαι φταίχτης μπροστά σας κι ας με συγχωρέσουν όλοι. Αυτός είναι ο παράδεισος. Μήπως και τώρα δεν είμαι στον παράδεισο;», απαντούσε.

 

Υπήρχαν και άλλα πολλά που δεν μπορεί κανείς να τα θυμηθεί και να τα γράψει. Θυμάμαι που μια φορά μπήκα στο δωμάτιό του, τη στιγμή που δεν ήταν κανείς μέσα. Ήταν βράδυ, ο ήλιος πήγαινε να βασιλέψει κι όλη η κάμαρα φωτιζόταν απ’ τις πλάγιες αχτίδες του. Μόλις με είδε, μου έκανε νόημα να πάω κοντά του. Εγώ πλησίασα. Αυτός έβαλε τα δυο του χέρια πάνω στους ώμους μου και με κοίταξε συγκινημένος και γεμάτος αγάπη. Δεν είπε τίποτα, μόνο με κοίταζε. «Εμπρός τώρα, πήγαινε να παίξεις, ζήσε για μένα», μου είπε τελικά. 

 

Βγήκα έξω και έκανα αυτό που μου είπε. Πολλές φορές στη ζωή μου θυμήθηκα αυτή τη σκηνή κλαίγοντας. Έλεγε και πολλά άλλα τέτοια υπέροχα λόγια, αλλά δεν τα καταλαβαίναμε. Μας κοιτούσε χαρούμενος, τα μάτια του έλαμπαν, αναζητούσε τα βλέμματά μας, μας χαμογελούσε και μας καλούσε κοντά του.

 

(Φιοντὀρ Ντοστογιέφσκι, Αδελφοί Καραμαζώφ, μετάφραση Δ. Ν. Μαχαιρίδης, Εκδόσεις Πέλλα, Αθήνα, χ.η., σσ. 307-310)

 

 

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο