Κοινοποιείστε το άρθρο

Μεγάλη Τρίτη: H παραβολή των 10 παρθένων και το τροπάριο της Κασσιανής

«Τη αγία και μεγάλη Τρίτη της των Δέκα Παρθένων παραβολής, της εκ του Ιερού Ευαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα», καθώς και της παραβολής των Ταλάντων.

Το βράδυ της Μεγάλης Δευτέρας έχει μεταφερθεί από την Εκκλησία ο Όρθρος της
Μεγάλης Τρίτης και ενθυμούμεθα την παραβολή του Κυρίου για τις Δέκα Παρθένες.
Ο Κύριος θα χαρίσει τον «άφθαρτον στέφανον» για το έλαιο των αρετών και την
αληθινή πίστη. Για να ακούσουμε: «Ευ, δούλε αγαθέ και πιστέ! Είσελθε εις την
χαράν του Κυρίου σου».

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ

Η Εκκλησία προβάλλει τη Μεγάλη Τρίτη την παραβολή αυτή του Κυρίου. Η
Βασιλεία των Ουρανών είναι όμοια με δέκα παρθένες, οι οποίες πήραν τις λαμπάδες
τους και βγήκαν έξω περιμένοντας να προϋπαντήσουν τον νυμφίο. Οι πέντε από
αυτές, φρόνιμες, πήραν λάδι για τις λαμπάδες τους. Οι πέντε άλλες όμως φέρθηκαν
ανόητα, χωρίς λάδι για τις λαμπάδες. Καθώς καθυστερούσε ο νυμφίος, νύσταξαν όλες
και κοιμήθηκαν.

Στον Όρθρο της Μεγάλης Τρίτης ακούγεται, πάλι, το σχετικό τροπάριο:
«Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός και μακάριος ο δούλος, ον ευρήσει γρηγορούντα ανάξιος δε πάλιν ον ευρήσει ραθυμούντα.
Βλέπε ουν, ψυχή μου, μη τω ύπνω κατενεχθής, ίνα μη τω θανάτω παραδοθής και της βασιλείας έξω κλεισθής∙ Αλλά ανάνηψον κράζουσα∙ Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός∙ δια της Θεοτόκου ελέησόν ημάς». Τα μεσάνυχτα, ξαφνικά, ακούστηκε κραυγή για τον νυμφίο: «Έρχεται! Βγείτε να τον υποδεχθείτε». Τότε σηκώθηκαν όλες και τακτοποίησαν τις λαμπάδες τους. Οι ανόητες ζήτησαν από τις φρόνιμες λάδι για τις λαμπάδες τους, για να μη σβήσουν. Οι φρόνιμες όμως αρνήθηκαν, λέγοντας πως δε θα φτάσει για τις δικές τους και για τις
άλλες. Έτρεξαν τότε οι μωρές για να βρουν και να αγοράσουν το λάδι, ενώ ο Νυμφίος
εισήλθε με τις συνετές για τους γάμους και η πόρτα έκλεισε. Επιστρέφοντας
αργότερα οι ανόητες ζήτησαν να μπουν και εκείνες στον νυμφώνα, αλλά άκουσαν τον
νυμφίο να λέγει: «Αμήν λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς» (Αλήθεια σας λέω, δε σας
γνωρίζω).

Και ο Κύριος κατέληξε: «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδέ την ώραν
εν η ο Υιός του Ανθρώπου έρχεται» (Να είστε άγρυπνοι, λοιπόν, γιατί δε γνωρίζετε
την ημέρα ούτε την ώρα κατά την οποία ο Υιός του Ανθρώπου έρχεται)..
Το πρώτο Κάθισμα του Όρθρου ψέλνεται σε ήχο δ΄:
«Τον Νυμφίον, αδελφοί, αγαπήσωμεν, τας λαμπάδας εαυτών ευτρεπίσωμεν,
εν αρεταίς εκλάμποντες και πίστει ορθή, ίνα, ως αι φρόνιμοι του Κυρίου παρθένοι,
έτοιμοι εισέλθωμεν συν αυτώ εις τους γάμους. Ο γαρ Νυμφίος δώρον ως Θεός, πάσι
παρέχει τον άφθαρτον στέφανον».

Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ

«Μνείαν ποιούμεθα» τη Μεγάλη Τρίτη και μιας άλλης παραβολής του Κυρίου μας,
των Ταλάντων. Ένας άνθρωπος ετοιμαζόταν για το ταξίδι του και, καθώς θα
απουσίαζε για πολύ καιρό, κάλεσε τους δούλους του για να τους παραδώσει τα
υπάρχοντά του. Και στον μεν ένα έδωσε πέντε τάλαντα, στον άλλο δύο και στον τρίτο
ένα -στον καθένα αναλόγως με τη δύναμη του.

Εκείνος που έλαβε τα πέντε τάλαντα εργάστηκε με αυτά και πρόσθεσε άλλα πέντε.
Αυτός που πήρε τα δύο κέρδισε άλλα δύο. Ο δούλος όμως που πήρε το ένα τάλαντο,
έσκαψε στη γη και έκρυψε το αργύριο του κυρίου του.

Μετά από πολύ χρόνο, επέστρεψε ο κύριος τους και ζήτησε να του αποδώσουν λόγο
οι δούλοι του. Εκείνος που είχε λάβει τα πέντε, πρόσφερε άλλα πέντε. Ο κύριος
χάρηκε και του είπε: «Εύγε, δούλε αγαθέ και πιστέ. Στα λίγα ήσουν πιστός, σε πολλά
θα σε εγκαταστήσω. Είσελθε εις την χαράν του κυρίου σου»! Την ίδια φράση άκουσε
και ο δεύτερος, ο οποίος άλλα δύο τάλαντα είχε κερδίσει: «Είσελθε εις την χαράν του
κυρίου σου»! Ο δούλος όμως που έλαβε το ένα τάλαντο, φοβήθηκε τον κύριο του και
το έκρυψε χαρακτηρίζοντάς τον «σκληρό».

Τώρα ακούει τον λόγο του κυρίου:

«Πονηρέ δούλε και οκνηρέ!» Και ζήτησε να του αφαιρέσουν το τάλαντό του και να
το δώσουν σε εκείνον που σε δέκα τα είχε αυξήσει. Και να τον βγάλουν έξω στο
πυκνό σκοτάδι, στον «κλαυθμό και τον τριγμό των οδόντων»!

Ακούγεται στον Όρθρο το Κοντάκιο:

«Την ώρα, ψυχή, του τέλους εννοήσασα και την εκκοπήν της συκής δειλιάσασα,
το δοθέν σοι τάλαντον, φιλοπόνως έργασαι, ταλαίπωρε, γρηγορούσα και κράζουσα∙
μη μείνωμεν έξω του νυμφώνος Χριστού». Και τα απόστιχα ιδιόμελα τονίζουν στους πιστούς: «Ιδού σοι το τάλαντον ο Δεσπότης εμπιστεύει, ψυχή μου∙φόβω δἐξαι το χάρισμα, δάνεισαι τω δεδωκότι, διάδος πτωχοίς και κτήσαι φίλον τον
Κύριον∙ ίνα στης εκ δεξιών αυτού, όταν έλθη εν δόξη, και ακούσης μακαρίας φωνής∙
Είσελθε, δούλε, εις την χαράν του Κυρίου σου. Αυτής αξίωσόν με, Σωτήρ, τον πλανηθέντα, δια το μέγα σου έλεος».

 

(Επιμέλεια: Γεώργιος Φουκαδάκης)

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο