«Ο αληθινά Χριστιανός επιζητά τη μέλλουσα πατρίδα»

Του Ιερομονάχου Γεωργίου Αλευρά

 

O Απόστολος Παύλος σε λίγες γραμμές στην Επιστολή του Προς Εβραίους, αποκαλύπτει την πεμπτουσία της Χριστιανικής ζωής, τον προορισμό και τον σκοπό του κάθε ανθρώπου που γεννιέται σε αυτό τον κόσμο.

 

Οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν. Αυτόν τον προορισμό και τον δρόμο προς την ουράνια πατρίδα ήρθε να μας διδάξει ο ίδιος ο Χριστός με την παρουσία του στη γη.

O Χριστός ήρθε και γεννήθηκε στη γη ως ένας μικρός κι ασήμαντος άνθρωπος σε μία ταπεινή φάτνη ενός σπηλαίου.

Βοσκοί ήρθαν να τον προσκυνήσουν, τα χνώτα των ζώων ήταν η μόνη ζεστασιά Του. Ζει για 30 χρόνια στην υπακοή της Μητέρας Παναγίας Παρθένου και του Δικαίου Ιωσήφ.

Όταν ξεκινά το κοσμοσωτήριο έργο Του για την ανθρωπότητα οι πρώτοι Απόστολοι επιθυμούν να Τον ακολουθήσουν.

Ο ίδιος ο Χριστός μέσα από τον Ευαγγελιστή Ματθαίο απαντά ότι: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20).

Ο Ίδιος δεν έχει που να μείνει, γιατί η δική Του πατρίδα είναι στους ουρανούς. Εκεί βρίσκεται η πραγματική πατρίδα κάθε ανθρώπου κι όχι σε γήινα όρια γεωγραφικά κι εθνικά.

Προδίδεται, συλλαμβάνεται κι οδηγείται στον Πόντιο Πιλάτο. Δεν υπερασπίζεται τον εαυτό Του κι ο Πιλάτος τον παραδίδει προς Σταύρωση, με την εξουσία που του είχε δοθεί από τον Θεό Πατέρα. «ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ᾿ ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν σοι δεδομένον ἄνωθεν·» (Ιω. 19,11).

Ο Χριστός επιλέγει τον δρόμο προς τον θάνατο για τη σωτηρία όλου του κόσμου, ενώ όπως ομολογεί προς τον Πέτρο την ώρα της σύλληψής Του θα μπορούσαν να τον υπερασπιστούν 12 λεγεώνες αγγέλων αν το επιθυμούσε. «ἢ δοκεῖς ὅτι οὐ δύναμαι ἄρτι παρακαλέσαι τὸν πατέρα μου, καὶ παραστήσει μοι πλείους ἢ δώδεκα λεγεῶνας ἀγγέλων;» (Ματθ. 26,53)

Έτσι παραδίδεται προς τον θάνατο και λίγες στιγμές πριν τον θάνατο δείχνει σε όλους ότι ο προορισμός όλων είναι ο παράδεισος, καθώς ομολογεί προς τον μετανοημένο ληστή που σταυρώθηκε δίπλα Του, ότι από εκείνη κιόλας την ημέρα θα είναι μαζί Του στον παράδεισο. «καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀμὴν λέγω σοι, σήμερον μετ᾿ ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. 23,43).

Έπειτα, έρχεται η Ανάστασις και ξεκινά ο θρίαμβος της στρατευομένης Εκκλησία επί της γης, πραγματοποιείται η Πεντηκοστή και οι Απόστολοι λαμβάνουν το Άγιο Πνεύμα, τελειώνονται και η Βασιλεία του Θεού εγκαθιδρύεται διά των Αποστόλων στις καρδιές των ανθρώπων, διότι εκεί είναι ο τόπος της κι όχι σε ανθρώπινες κατασκευές και κτίσματα. «ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσομεν» (Ιω. 14,23)

Το μήνυμα προς μετάνοια, διότι έφθασε η Βασιλεία των Ουρανών, είχε ήδη έρθει από τα χείλη του Χριστού και αυτή ήταν και η εντολή Του προς τους μαθητές ὅτι ἤγγικεν ἐφ᾿ ὑμᾶς ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Ο Χριστός είχε προειδοποιήσει τους Εβραίους για την σκληροκαρδία τους και την κακία τους. Τους ελέγχει γιατί προσπαθεί να τους δείξει ότι παρά την αγάπη του Θεού προς αυτούς εκείνοι πάντα οδηγούσαν τους Προφήτες προς τον θάνατο.

«Ἱερουσαλὴμ Ἱερουσαλήμ, ἡ ἀποκτείνουσα τοὺς προφήτας καὶ λιθοβολοῦσα τοὺς ἀπεσταλμένους πρὸς αὐτήν! ποσάκις ἠθέλησα ἐπισυνάξαι τὰ τέκνα σου ὃν τρόπον ὄρνις τὴν ἑαυτῆς νοσσιὰν ὑπὸ τὰς πτέρυγας, καὶ οὐκ ἠθελήσατε!» Λουκ. 13,34).

Γι’ αυτό τους είχε προφητικά αναφέρει ότι ο ίδιος θα παραδοθεί προς θάνατον στην Αγία πόλη της Ιερουσαλήμ αλλά πριν περάσει μία γενεά δε θα μείνει λίθος επί λίθον. «ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐ βλέπετε ταῦτα πάντα; ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀφεθῇ ᾧδε λίθος ἐπὶ λίθον, ὃς οὐ καταλυθήσεται». (Ματθ. 24,2).

Ενώ άλλη φορά τους είπε ότι: «ὅταν δὲ ἴδητε κυκλουμένην ὑπὸ στρατοπέδων τὴν Ἱερουσαλήμ, τότε γνῶτε ὅτι ἤγγικεν ἡ ἐρήμωσις αὐτῆς.» (Λουκ. 21,20) και πάλι  «καὶ πεσοῦνται στόματι μαχαίρας, καὶ αἰχμαλωτισθήσονται εἰς πάντα τὰ ἔθνη, καὶ Ἱερουσαλὴμ ἔσται πατουμένη ὑπὸ ἐθνῶν ἄχρι πληρωθῶσι καιροὶ ἐθνῶν.» (Λουκ. 21,24)

Πράγματι, δεν πέρασε ούτε μία γενεά και με εντολή του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Τίτου δε μένει λίθος επί λίθου στην Ιερουσαλήμ. Ρωμαίος διοικητής σταύρωσε το Χριστό και Ρωμαίος Αυτοκράτορας συνέτριψε την ιερή πρωτεύουσα, την Ιερουσαλήμ.

Παλαιότερα, ο Θεός δεν επέτρεψε στον Προφήτη Δαβίδ να φτιάξει Ναό προς Εκείνον, παρά η κιβωτός Του να βρίσκεται σε μία σκηνή. Επέτρεψε στον υιό του Σολομών να οικοδομήσει τον μεγαλοπρεπή Ναό στα Ιεροσόλυμα, όμως τα ασεβή έργα των Εβραίων, οδήγησαν στην εκ νέου καταστροφή του.

Στην Ιερουσαλήμ δεν μπορεί κανείς να βρει ξύλα εκείνη την περίοδο, γιατί όλα χρησιμοποιήθηκαν για να σταυρωθούν οι Εβραίοι. Σύγχρονος της εποχής εκείνης, Εβραίος ιστορικός ο Ιώσηπος, ανέφερε ότι ουδείς θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι εκεί υπήρξε κάποτε μια ολόκληρη πόλη.

Έτσι, με τον σκληρό αυτό τρόπο, λαμβάνουν κι εκείνοι το μήνυμα ότι «οὐ γὰρ ἔχομεν ὧδε μένουσαν πόλιν, ἀλλὰ τὴν μέλλουσαν ἐπιζητοῦμεν».

Τη σκυτάλη παίρνει για 3 αιώνες περίπου η Ρώμη, η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, εξαπολύοντας διωγμούς κατά των Χριστιανών. Χιλιάδες σφαγιάστηκαν ή κατασπαράχτηκαν στις ρωμαϊκές αρένες σε όλη την επικράτεια.

Πολλοί δε άλλοι, ως μιμητές του Χριστού, μαρτύρησαν δια σταυρικού θανάτου. 11 εκατομμύρια μάρτυρες συνολικά έχουμε τους πρώτους τρεις αιώνες.

Ο Θεός, ως δίκαιος, μερίμνησε να φτιάξει μια άλλη πρωτεύουσα για να αποκαταστήσει το Χριστιανισμό και τις χιλιάδες των μαρτύρων. Μας έδωσε την Κωνσταντινούπολη και μάλιστα μέσα από ένα Ρωμαίο Αυτοκράτορα που δέχθηκε την αποκάλυψη του Θεού, τον Μέγα Κωνσταντίνο.

Δια του Σταυρού, με τον οποίο βρήκε ατιμωτικό θάνατο ο Χριστός, καταλύεται η Ρώμη. Ο Μέγας Κωνσταντίνος αντιλαμβάνεται ότι η θρησκεία που πρέπει να εκπροσωπεί την Αυτοκρατορία στο εξής θα πρέπει να είναι ο Χριστιανισμός κι ο Θεός του δίνει την εξουσία να ενεργεί όπως θα ενεργούσε Εκείνος εις το μέλλοντα μετά την κρίση κόσμο.

Ο Θεός δεν θα καταργήσει τη γη και τον ουρανό αλλά θα την ανακαινίσει. Έτσι κι ο Μέγας Κωνσταντίνος, δεν καταργεί αλλά ανακαινίζει την Αυτοκρατορία, εφαρμόζοντας το ευαγγελικό «νέο κρασί σε νέους ασκούς».

Δεν κρατά ως πρωτεύουσα τη Ρώμη που αντιπροσώπευε τον ειδωλολατρικό παλαιό κόσμο, αλλά επιλέγει την Κωνσταντινούπολη ως πρωτεύουσα της νέας Χριστιανικής Αυτοκρατορίας.

Διαλέγει τη μικρή ασήμαντη πόλη του Βυζαντίου, και με τη φώτιση που είχε από τον Θεό, εγκαθιδρύει την πρωτεύουσα όλου του Χριστιανικού κόσμου, ως αρραβώνα στη γη για τη μέλλουσαν πόλιν.

Γι΄αυτό και ήταν τόσο λαμπερή κι ένδοξη η Κωνσταντινούπολη, όσο καμία άλλη πόλη στην ιστορία της ανθρωπότητας, με αποκορύφωμα την δημιουργία της Αγιάς Σοφιάς, ενός ναού που δημιουργήθηκε για τη λατρεία του αληθινού Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Για να δοξάζονται και να λατρεύονται σε αυτό το Ναό, όλοι οι Άγιοι και οι Μάρτυρες που υπέφεραν και μαρτύρησαν για το Άγιο όνομά Του. Εκείνοι προσκύνησαν τον Θεό εν πνεύματι και αληθεία. «πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν». (Ιω. 4,24)

Για 1123 χρόνια η Βασιλεύουσα υπήρξε η πρωτεύουσα του Χριστιανικού κόσμου. Επειδή, όμως, δε σταθήκαμε αντάξιοι σε αυτό το δώρο, σε αυτή τη μεγάλη ευεργεσία του Θεού, έπρεπε να υποστούμε τις συνέπειες της δικαιοσύνης Του.

Ο Θεός μας έδειξε για άλλη μία φορά ότι μπορούσαμε κι εμείς να έχουμε μία πόλη -την Κωνσταντινούπολη, κι ένα ναό -την Αγιά Σοφιά, αλλά αν γινόμασταν σαν τους Εβραίους, θα τα χάναμε κι εμείς όπως κι εκείνοι.

Κι έτσι έγινε. Ήρθε το τραγικό αποτέλεσμα όταν εμείς νομίζαμε ότι η Βασιλεία του Θεού είναι εδώ στους χειροποίητους ναούς και στα ανθρώπινα κατασκευάσματα.

Η Πόλη αρχικά αλώθηκε από τους Σταυροφόρους με σπαθί και λεηλασία και η πτώση ολοκληρώθηκε με την Άλωση από τον Μωάμεθ το 1453. Κι όμως ο Θεός έδειξε προς εμάς μία επιείκεια, διότι αυτός ο λαός τον είχε δοξάσει πραγματικά.

Προνόησε ώστε ο κατακτητής Μωάμεθ να δείξει το σεβασμό του προς τους κατακτημένους και τον Θεό.

Γνωρίζοντας ο Μωάμεθ την αντίδραση του Μοναχού Γεννάδιου Σχολάριου στην ενότητα των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσης, τον τοποθέτησε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και του έδωσε τα περισσότερα προνόμια που είχε ποτέ Πατριάρχης.

Έτσι, από τη Θεία Πρόνοια, απέμεινε μέχρι και τις ημέρες μας ένα μικρό κεράκι της Ρωμηοσύνης αναμμένο μέσα στην πόλη. Ένας Πατριάρχης να υπάρχει πάντα με ένα μικρό ποίμνιο.

Το 1456 μ.Χ. ο Γεννάδιος Σχολάριος παραιτήθηκε από τον Πατριαρχικό θώκο για να γίνει ερημίτης μοναχός στο μοναδικό κομμάτι του Βυζαντίου που είχε απομείνει, το Άγιον Όρος. Έγινε ο ίδιος μιμητής του Χριστού και του Αποστόλου Παύλου αφού δεν είχε πατρίδα και τη μέλλουσα αναζητούσε.

Κατέληξε ειρηνικά και ήσυχα στον Τίμιο Πρόδρομο Σερρών, απ΄ όπου κι αναχώρησε για την ουράνια πατρίδα, ανοίγοντας τον δρόμο για τους νεομάρτυρες, εκείνους που μαρτύρησαν τότε με το αίμα τους, αλλά όπου υπάρχουν μέχρι και σήμερα έστω και με το μαρτύριο της συνειδήσεως, διότι στις ημέρες μας όποιος θέλει να ζει με ευσέβεια διώκεται. «καὶ πάντες δὲ οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται·» (Β Τιμ. 3,12)

Από εκείνη την περίοδο της Άλωσης κι έπειτα η γη ποτίστηκε με το αίμα των νεομαρτύρων που μαρτύρησαν για τη πίστη τους στο Χριστό. Κανείς τους δεν απέφυγε το θάνατο αφού όλοι ποθούσαν τη μέλλουσα πατρίδα κι όχι την παρούσα.

Από τον Διονύσιο τον Φιλόσοφο, τον Άγιο Σεραφείμ Επίσκοπο Φαναρίου, τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τον Άγιο Γεώργιο τον Νέο εξ Ιωαννίνων και χιλιάδες άλλων. Όλοι αγωνίστηκαν χωρίς φόβο γιατί μοιραζόντουσαν την ίδια αγάπη στον Χριστό και τον ίδιο πόθο της Ουράνιας Ιερουσαλήμ.

Οι νεομάρτυρες σφαγιάστηκαν, κρεμάστηκαν, γδάρθηκαν από τους Οθωμανούς κατακτητές. Εκείνοι που μέχρι πριν δεν ήξεραν τι σημαίνει ναός, κατέκτησαν την Κωνσταντινούπολη κι αντέγραψαν τον τρούλο της σε όλα τα μουσουλμανικά τεμένη από εκεί κι έπειτα.

Ο αληθινά Χριστιανός επιζητά τη μέλλουσα πατρίδα, δεν είναι προσκολλημένος σε αυτόν τον κόσμο, στα γήινα και παροδικά. Οι αληθινοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν σήκωσαν ποτέ σπαθί ή μάχαιρα, ουδέποτε διέπραξαν βαρβαρότητες κι ακρότητες.

Αντιθέτως ως μιμητές Χριστού οδηγούνται ως πρόβατα επί σφαγής. Ο ίδιος ο Χριστός μας έχει προειδοποιήσει ότι όποιος έχει σηκώσει μάχαιρα, θα χαθεί με τον ίδιο τρόπο.. «τότε λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἀπόστρεψόν σου τὴν μάχαιραν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς· πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀποθανοῦνται» (Ματθ. 26,52)

Οι Άγιοι μάρτυρες των τριών πρώτων Χριστιανικών αιώνων πότισαν με το αίμα τους το δένδρο της Εκκλησίας κι εκείνο καρποφορεί για αιώνες. Εκείνοι θεμελιωσαν τη στρατευομένη Εκκλησία επί της γης και έγιναν μέτοχοι της ουράνιας Θριαμβεύουσας Εκκλησίας.

Εύχομαι και οι νεομάρτυρες μετά την άλωση μέχρι τις ημέρες μας, αλλά και οι σημερινοί μάρτυρες της συνειδήσεως να ποτίσουν το δένδρο της δόξας της Ορθοδοξίας.

Να γίνουν το φως στη λάμψη της Εκκλησίας, όπως είπε ο Άγιος Πορφύριος με δυνατή φωνή κάποτε: “Θα λάμψει η Εκκλησία!!!

Αφιερωμένο στην εορτή της Σύναξης των Αγίων Νεομαρτύρων των μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως μαρτυρησάντων + 28 Ιουνίου

 

 

 

 

Πηγη Romfea.gr