Κοινοποιείστε το άρθρο

‘’Όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα.’’  της Νίκης Μπλουτή

Μάλιστα! Και τώρα τι γίνεται; Πως το έκανε πάλι αυτό ο ηλίθιος; Τόσο καιρό το πάλευε… αναρωτιόταν μετανιωμένος και οργισμένος με τον εαυτό του. Το βλέμμα του στάθηκε απέναντι, σ’ ένα ζευγάρι που είχαν ανάμεσά τους ένα παιδί και μοιράζονταν ένα κουτί πατατάκια κι οι τρεις τους, συζητώντας. Τι όμορφη εικόνα! Θαύμασε κρυφά μέσα απ’ τα γυαλιά του. Το κοριτσάκι λίγο μεγαλύτερο απ’ τον Νικόλα του, τάιζε μια τη μάνα του, μια τον πατέρα του. Ο άντρας είχε απλωμένο το χέρι του μέχρι τον ώμο της γυναίκας, τις χωρούσε και τις δυο στην αγκαλιά του. Δε θυμάται από τότε που ήρθε το παιδί στη ζωή τους, να είχαν μοιραστεί μια τέτοια όμορφη στιγμή οι τρεις τους.

  Αυτές τις δυο μέρες μόνο, θα τις φυλάξει για πάντα στη καρδιά του. Πρέπει να ευγνωμονεί στ’ αλήθεια το Θεό γι’ αυτή την ένεση χαράς που του έκανε, αυτές τις λίγες ώρες που πέρασαν οι τρεις τους σαν οικογένεια! Γιατί βέβαια, θα μπορούσε η Όλγα να τον είχε διώξει άρον-άρον μετά απ’ την εισβολή του στο ξένο σπίτι, τύφλα στο μεθύσι. Στάθηκε όμως στο ύψος της, όπως πάντα. Όχι μόνο δεν τον διαολόστειλε, αλλά δέχτηκε να περάσουν μαζί δυο μερούλες. Αν δεν αισθανόταν τίποτα γι’ αυτόν, δε θα του ‘κανε τη χάρη, ίσως να τον άφηνε μόνο με το παιδί. Απεναντίας, τους ακολούθησε. Έφαγαν και ήπιαν παρεούλα, περπάτησαν στα σοκάκια, έκαναν τη βόλτα τους στη χώρα, τον τράβηξε δεκάδες φωτογραφίες με τον γιο του, αγόρασαν δώρα για τους δικούς του. Τόσο ζεστή και όμορφη! Κι αν είχε συγκρατηθεί εκείνο το καταραμένο βράδυ που έφτασε, αν είχε επιβληθεί στον εαυτό του, όλα θα ήταν ακόμα πιο όμορφα. Δε θα ‘χαν ανταλλάξει τόσο πικρές κουβέντες, δεν θα του ‘κλεινε την πόρτα στο αύριο, αλλιώς θα τον αντιμετώπιζε αν πήγαινε σαν ‘’κύριος’’. Θα τον υποδεχόταν όπως έναν καθώς πρέπει άνθρωπο, θα τον έβαζε στο σπίτι, μπορεί και να τον σύστηνε στους υπόλοιπους, σ’ όσους δε γνώριζε δηλαδή.

 Θάλασσα τα έκανε! Έτσι δε λένε γι’ αυτούς που αποτυχαίνουν; Ποτέ του δεν μπήκε σε καλούπια αυτός, δε φοβήθηκε κανέναν και τίποτα. Μονάχα τα μάτια του γιού του φοβάται σήμερα που ξέρει πως απέτυχε… Ήθελε λέει, να κυνηγήσει το όνειρό του και το ‘κανε.  Και τι κατάλαβε; Ορίστε η κατάντια του. Ενώ ο αδερφός του που έμεινε πίσω στο χωριό έγινε άριστος οικογενειάρχης, έχει τη γυναίκα του, δυο παιδιά, τη δουλειά του κι είναι ευχαριστημένος. Γιατί φαίνεται ο άνθρωπος που είναι ευτυχισμένος, αντιμετωπίζει τη ζωή με θάρρος, την πιάνει απ’ τα κέρατα και τη δαμάζει, όπως του έλεγε ο συγχωρεμένος ο παππούς του που λάτρευε τη γη και τα παιδιά.

 Πάλι τα θαλάσσωσε! Ντρεπόταν για κείνον η γυναίκα του, ντρεπόταν κι αυτός… Πώς να την αντικρούσει; Με τι επιχειρήματα να την πείσει, αφού συνεχώς κατρακυλούσε; Πόσο τον άλλαξε αυτό το βρωμοδηλητήριο που κυλούσε στις φλέβες του αντί για αίμα. Βίαιος αυτός! Ούτε μυρμήγκι δεν άγγιζε κάποτε, πρόσεχε μην τα πατήσει. Σεβόταν τη ζωή… Σήκωσε το χέρι του στην Όλγα, στη μάνα του και στον αδερφό του, σ’ αυτούς που αγαπούσε, για να υπερασπιστεί τον μίζερο εαυτό του, γιατί δεν ήθελε να τον λυπούνται, γιατί βαρέθηκε τις συμβουλές τους. Δεν είναι ο Γιώργος αυτός, σίγουρα όχι. Είναι ο άλλος του εαυτός, αυτός που τον σιχαίνεται και τον περιφρονεί κι ο ίδιος. Τι άβυσσος είναι αυτή, τι λαβύρινθος! Πώς θα μπορέσει να ξεφύγει τώρα, που έμεινε στ’ αλήθεια μόνος;

  Μόνος, κατάμονος με μια θλίψη να στάζει αργά στη ψυχή του, κρέμεται τώρα στην κουπαστή του πλοίου, παίρνοντας το δρόμο του γυρισμού, με την καρδιά ακόμα ζεστή απ’ την επαφή του με την Όλγα και το παιδί. Τον φώναξε ‘’μπαμπά’’ δυο τρεις φορές ο μικρός κι εκείνος στο τσακ κρατήθηκε και δεν έβαλε τα κλάματα. Τόσο του έλειψε αυτό, τόσο που το περίμενε με λαχτάρα.

Και τώρα… μόνος ξανά, αυτός, η θάλασσα και δυο γλάροι που τριγυρίζουν το πλοίο. Άναψε κι άλλο τσιγάρο. Πόσο είχε καπνίσει απ’ το πρωί… Ένα πακέτο και βάλε, άνοιξε το δεύτερο πριν λίγο κι όσο ήταν κοντά τους δεν το αναζήτησε, μόλις έκανε ν’ ανάψει ένα, σκέφτηκε το παιδί και το έσβησε αμέσως. Τι σου κάνει η ευτυχία! Παιχνίδια που σου παίζει, είπε λιγωμένος απ’ τη γεύση της δυνατά. Κανένας δεν τον άκουσε. Ίσως οι γλάροι που φτερούγισαν τρομαγμένοι μακριά…

 

 

Aπόσπασμα από το βιβλίο ‘’Όταν η σιωπή μιλάει στα όνειρα.’’

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο