Κοινοποιείστε το άρθρο

«Σινεμά» Απόσπασμα από το βιβλίο ‘’Κάποτε… στον Παράδεισο’’ Νίκη Μπλούτη

Σινεμά!!!!!! Ξεφωνίζει η γιαγιά ακούγοντας τον παπα-Λουκά που της κάνει τα παράπονά του.

 

— Σινεμάααααααα! Φωνάζει η Αγγέλα που το πιάνει στον αέρα. Σαν αυτόν στην πόλη παππούλη, που μου ’δειξε η γιαγιά την άλλη φορά;

— Σινεμάααα! Λέω κι εγώ με γουρλωμένα τα μάτια απ’ την αγωνία. Θα ’ρθεί εδώ στο χωριό μας;

Μόνο η Φωτούλα δε ρωτάει, αλλά προσέχει μ’ ενδιαφέρον τα λεγόμενα του παπά.

— Θα μας γυρίσ’ ο Θεός Αγγελική! Του διαόλου τα πράματα θέλει να μας φέρ’ πάλι ο πρόεδρος. Να ξεμυαλίσ’ τα παιδιά μας… Άκου σινεμά! Δε μας έφταν’ το παλιοκούτ’ που το μπάσαμ’ όλοι σιγά-σιγά στα σπίτια μας και βλέπουμ’ τ’ ακατανόμαστα, τώρα θα ’χουμε άλλα…

— Καλά τώρα παπά μ’… Και σένα σ’ αρέσει η τηλεόρασ’, μην τα λες όπως τα θες. Ο κόσμος προχωράει, άσε να ξεστραβωθούμ’ κι εμείς οι χωριάτες μια στάλα… τον έκοψε απότομα η γιαγιά για να πει τα δικά της.

— Πότε θα τον φέρουνε παππούλη; Πώς θα τον κουβαλήσουνε; Θα πάμε να τον δούμε; Ρωτάει συνέχεια η Αγγέλα και σκαλώνει στα γόνατα του παπά.

— Τι πότε, τον φέραν’ κιόλας… μουγκρίζει ο παπάς αναψοκοκκινισμένος απ’ τα νεύρα. “Σινε-Φρύνη” τον ονομάσαν και κρεμάσαν μια μεγάλη ταμπέλα απ’ έξω απ’ τη μάντρα τ’ Θανάσ’ της σγχωρεμένης της Χάιδως. Αυτός τα συμφών’σε με τον πρόεδρο και τον χωροφύλακα τον Σωτήρ’ και να τώρα τρεχάματα… Το Σαββάτο το βράδ’ λέει, θα κάν’ε την πρώτ’ παραβολή…

— Προβολή παπά μ’, προβολή! Όλα εγώ θα στα λέω; Πετάγεται η γιαγιά ξεκαρδισμένη.

— Άσε μ’, άσ’ μ’ Αγγελική γιατί κοντεύω να σκάσω. Ακούς εκεί, να μην πάρ’νε τη γνώμ’ τ’ παπά και να κάνουν τ’ κεφαλιού τ’ς! Λέει ο παπάς και προσπαθεί να σιγυρίσει τα ράσα του που τα μπερδεύει η αδερφή μου.

— Αμ γι’ αυτό χολοσκάς μωρέ χριστιανέ μ’; Π’ δε σε ρωτήσαν; Παράτα τ’ς κι εσύ, μη τους υπολογίζ’ς… Το Σαββάτο, θα ετοιμαστούμ’ όλοι μαζί και θα πάμε να δούμε την ταινία. Στο κάτω-κάτω άμα δε δεις, δε θα μπορείς να πεις τη γνώμη σ’… του λέει μαλακά η γιαγιά για να τον ηρεμήσει.

Τα μάτια της Φωτούλας λάμπουνε από χαρά. Με ρωτάει με νόημα κρυφά απ’ τον παπά, αν θα πάμε κι εμείς. “Ναι, δεν άκουσες τη γιαγιά;” Της λέω χαρούμενος. Η αδερφή μου άρχισε τα παλαμάκια και τα Χριστουγεννιάτικα τραγούδια.

— Θα πας Αγγελική στο σινεμά; Κάνει αγριεμένος ο παπάς και μου ’ρχεται να του σβουρίξω μια ανάποδη.

Αυτό μας έλειπε τώρα, να μας κάνει κουμάντο κι ο παπάς που θα πάμε. Άι σιχτίρ…

— Αμέ, μαζί θα πάμ’. Τι; Θ’ αφήσεις μια χήρα γ’ναίκα να τρέχει στα σινεμά μόνη τ’ς με τρία ορφανά; Θα μας συνοδέψ’ς βέβαια. Θα πάρ’ς την παπαδιά και τα παιδιά και θα πάμ’ όλοι μαζί. Ο παπάς πρέπ’ να συμμετέχ’ σ’ όλες τις εκδηλώσεις τ’ χωριού, δε θα κάν’ς το χατίρι αυτονών που θέλ’νι να σε παραμερίσ’νε…

— Κάνει μωρέ Αγγελική να πάει ο παπάς σε τέτοια διαόλια; Τη ρωτάει με δισταγμό που φαίνεται πως του καλοφαίνεται η ιδέα της γιαγιάς.

Όχι που δεν ήθελε! Ο πονηρόπαπας, μας κάνει και τον δύσκολο.

— Αμ πως δεν κάνει παπά μ’; Άμα δεν πάει μωρέ ο παπάς να δει τι σόι είν’ ο σινεμάς, ποιος θα πάει; Δεν είναι τίποτα παπά μ’, αυτά που παίζ’νε στην τηλεόρασ’, παίζ’νε και στον σινεμά. Μόνο που ’χει μια μεγάλη οθόν’ και μαζεύοντ’ όλος ο κόσμος μαζί, τα ξέρω απ’ τον γιό μ’ σ’ λέω, πήγαιν’ συνέχεια στην πόλη τότε το παιδί και μ’ τα ’λεγε… επιμένει η γιαγιά να του εξηγάει για να τον μεταπείσει λες κι αυτός θέλει πολύ…

— Να μη σ’ έχ’νε κι ο κόσμος για κάναν οπισθοδρομικό παπά, εσύ ’σαι μοντέρνος μωρέ… του κάνει στο τέλος και μας χαμογελάει πονηρά.

— Ναι μωρέ, δίκιο έχ’ς. Αφού έχ’νε κρεμάσ’ κιόλας φωτογραφίες απ’ έξω. Τη Βουγιουκλάκη θα παίξ’νε. Να δεις πώς το ’λεγε, πώς το ’λεγε… Απ’ τη σύγχυσ’ δε το θ’μάμαι.

— Θυμήσου, θυμήσου παππούλη, γιατί μ’ αρέσει πολύ η Αλίκη του φωνάζει η Αγγέλα και του τραβάει τη γενειάδα.

Ο παπάς τώρα το γύρισε στα γέλια. Τον έπεισε η γιαγιά με τις μαλαγανιές της.

— Λοιπόν, θα πάμ’ όλοι μαζί. Θα ετοιμαστείτε και θα περάσουμ’ να σας πάρουμ’. Πες και στις φιλενάδες σ’ Αγγελική, να ’μαστ’ πολλοί, όχι να ξεχωρίζ’ το ράσο μ’ μέσα στον σινεμά σαν τη μύγα μες στο γάλα και να μας γελάν’… λέει μετά κι αρχίζει να χορεύει στα πόδια του την Αγγέλα απ’ τη χαρά του.

Η Φωτούλα κι εγώ χαζογελάμε κρυφά με τα καμώματα του παπά κι απ’ τη χαρά μας όμως.

— Έννοια σ’ και θα στείλω τη Μαρίνα να τ’ς ειδοποιήσ’ όλες… του λέει η γιαγιά και τον χτυπάει στην πλάτη φιλικά.

Ο παπάς βιάζεται τώρα να πάει τα μαντάτα στην παπαδιά του. Σκέφτομαι πώς θα της φανεί της καημενούλας που την έχει κλείσει μέσα κι όλο μονάχος βγαίνει. Άντε να την πάει στο πανηγύρι και στο σπίτι μας στις γιορτές. Για να δούμε ο παπαδογιός θα ’ρθεί ή θα μας κάνει τον καμπόσο και τώρα. Και τι με νοιάζει όμως εμένα; Αυτός ο χαζός θα χάσει.

 

Ο κόσμος ξεπετάγεται απ’ όλες τις γειτονιές του χωριού, σαν τα μυρμήγκια που βγήκανε για φαί, λέει η γιαγιά όταν τους βλέπει. Και πολλές γυναίκες με παιδιά! Μπουλούκια ολόκληρα από παρέες παίρνουνε το δρόμο για τη μάντρα του κυρ Θανάση. Η γιαγιά είπε στις καρακάξες τις φίλες της να ’ρθούνε κι αυτές απ’ το σπίτι μας, δε μας έφτανε ο παπάς με την παρέα του… Ποιος να μας δει τώρα ένα τσούρμο γυναίκες με δυο άντρες να πηγαίνουμε στον σινεμά! Αλλά και που θα μας δουν σκασίλα μου. Εγώ περπατάω δίπλα στον παπά για να ξεχωρίζω από δαύτες. Βλέπεις ο χαζογιός του όπως το ’πα, μας κάνει τον καμπόσο και δεν ήρθε. Σιγά μην έχανα εγώ τέτοια ευκαιρία!

— Πω, πω, πω! Μωρέ τι συναγωγή είν’ τούτη! Ούτε στην εκκλησιά δε βλέπω τόσο κόσμο τις Κυριακές! Ξεφωνίζει ο παπάς σαν βλέπει τον κόσμο να σπρώχνεται για τα εισητήρια.

— Άσε τις παρατηρήσεις παπά μ’ κι άντε να βγάλ’ς εισητήρια, γιατί μας βλέπω να καθόμαστ’ όρθιοι… τον σκουντάει η γιαγιά.

Να κι ο Γιώργης με τον Λάμπρο δίπλα στον κυρ Πέτρο. Να κι η Βαρβάρα με τη μάνα της και την αδερφή της. Όλο το σχολειό εδώ είναι μαζεμένο. Η Αγγέλα ξεφωνίζει χαρούμενη και με τραβάει απ’ το χέρι να την πάω κοντά στις φωτογραφίες της Αλίκης. Πάνω-πάνω με κόκκινα γράμματα γράφει το έργο, κάτω απ’ το “Σήμερον”. “Η Αλίκη στο Ναυτικό”. Έχει μεγάλες φωτογραφίες με την Αλίκη, τον Παπαμιχαήλ και τον Κωσταντάρα. Πιο δίπλα έχει άλλες φωτογραφίες πιο μικρές και πάνω απ’ αυτές γράφει “προ-σε-χώς”, διαβάζω στην Αγγέλα που με παρακολουθεί με γουρλωμένα μάτια.

— Τι σημαίνει “προσεχώς” Δημοσθένη μας; Με ρωτάει και με τραβάει απ’ το μανίκι για να της απαντήσω.

— Ξέρω γω; Της λέω σιγά. Μάλλον να προσέξουμε καλά τις φωτογραφίες, μπορεί όμως και να μην είναι αυτό…

Η γιαγιά μάς φωνάζει κοντά της κι η Φωτούλα, μας κουνάει χαρούμενη τα χέρια. Μωρέ σπρώξιμο! Άι σιχτίρ, παλιοχωριάτες… Ούτε τρόπους ξέρουνε, ούτε χαμπαριάζουνε τίποτα. Κοίτα, κοίτα πως στριμώχνονται να προλάβουνε να μπούνε.

Ο παπα-Λουκάς τρέχει και πιάνει για όλους μας θέση. Εμάς τα παιδιά μάς βάζουνε μπροστά τους για να βλέπουμε καλύτερα. Εντάξει, τη βολέψαμε. Οι φιλενάδες της γιαγιάς αρχίσανε κιόλας τα κακαρίσματα και μου φαίνεται δε θα τα πάμε καλά αν συνεχίσουνε έτσι. Του παπά του γελάνε τ’ αυτιά του, τα μάτια του, ακόμα κι η γενειάδα του γυαλίζει από χαρά! Ρίχνει κλεφτές ματιές γύρω να δει αν τον προσέξανε. Η Αγγέλα χτυπάει παλαμάκια ξετρελαμένη με το μεγάλο άσπρο πανί που απλώνεται μπροστά μας. Αρχίζει το τραγούδι.

Σβήνουνε τα φώτα. Επιτέλους! Παλαμάκια ακούγονται απ’ άκρη σ’ άκρη του σινεμά. Μου φαίνεται πως η Αγγέλα τα ξεκίνησε. Στο άσπρο πανί κάνουνε παρέλαση τώρα τα μαύρα γράμματα με τα ονόματα των ηθοποιών μαζί με μουσική. Όλοι κάνουμε ησυχία. Κοιτάζουμε σαν μαγεμένοι τη λεπτή γραμμή με το φως που περνάει απάνω απ’ τα κεφάλια μας και φτάνει ως την οθόνη. “Οθόνη” το λένε το πανί, μου το ’πε κι αυτό ο Λάμπρος. Από κει πίσω ψηλά, απ’ το καμαράκι του κυρ Θανάση φτάνει το έργο στο πανί.

— Τς, τς, τς… ακούγεται η φωνή του παπά που θαυμάζει.

Οι άλλες κακαρίζουνε ακόμα, αλλά πιο σιγά τώρα.

— Να η Αλίκη, να η Αλίκη στο ναυτικό! Φωνάζει η Αγγέλα κι η Φωτούλα της κάνει νόημα πως δεν πρέπει να φωνάζουμε τώρα, αλλιώς θα μας διώξουνε.

Η Αλίκη αρχίζει το τραγούδι κι όλος ο κόσμος χτυπάει ξανά παλαμάκια και συνοδεύει τον σκοπό της.

— Μην είδες τη Βαρβάρα; Τον ρωτάω σιγά όπως ψάχνω γύρω με τα μάτια, μα στο σκοτάδι δεν μπορώ να διακρίνω τίποτα εκτός απ’ τ’ άσπρα γένια του παπά.

— Την είδα. Κάθετ’ πίσω-πίσω με τη μάνα της, μου λέει δυνατά ο βλάκας.

Ώρα είναι τώρα να μας πάρει χαμπάρι η γιαγιά. Το τραγούδι τελειώνει και το έργο συνεχίζεται μέσα στο σκοτάδι και στην ησυχία.

— Ααααα μαρή καραπουτανάρα! Τα θέλει ο κώλος σ’ μαρή! Πόσα ξέρ’ς…

Ακούγεται από πίσω μια φωνή κι όλος ο κόσμος ξεσπάει σε δυνατά γέλια. Ο Γιώργης παραλίγο να πνιχτεί με τα σποράκια του κι η Αγγέλα έχει σηκωθεί και τους μαλώνει όλους να κάνουν ησυχία επειδή δεν ακούει.

— Αγγελική, Αγγελική… μίλα τ’ς κυρα-Λένης να προσέχ’… Τι λόγια είν’ τούτα χριστιανή μ’! Δεν αισχύνετ’ ντιπ! Τς, τς, τς θα μας γυρίσ’ ο Θεός… Ήμαρτον Κύριε! Λέει, λέει ο παπάς στη γιαγιά κι αυτή συνεχίζει να χαζογελάει κρυφά.

— Σε καλό μας τα γέλια! Σώπα παπά μ’, μη συγχύζεσ’… Μήπως καταλάβαν ποιος το ’πε; Σώπα θα τη μαλώσω… του κάνει τάχα μου για να τον καλμάρει.

 

Ωραία που ήτανε όλα! Ωραίο το έργο, ο σινεμάς, η Αλίκη με τον ναύτη της! Ωραία κι η Βαρβάρα με το μπλε φόρεμα και το καπελάκι της κι ας μην πρόλαβα να τη δω και πολύ. Η γιαγιά με τις φίλες της κανονίζουνε για την επόμενη φορά που θα ’ρθούνε. Γελαστός βγαίνει όλος ο κόσμος απ’ το σινεμά, μονάχα ο παπα-Λουκάς μουρμουράει και γκρινιάζει στην παπαδιά του, πως τον έκαναν ρεζίλι οι παλιό “Εύες”, όπως λέει τις φιλενάδες της γιαγιάς. Αλλά καλά να τα πάθει! Αυτός δεν της είπε να τις ειδοποιήσει όλες; Κάνει πως το ξεχνάει; Η γιαγιά όμως τον έχει του χεριού της και ξέρω πως πάλι θα τον φέρει στα νερά της και θα ξαναρθεί ο παπάς σίγουρα κοντά μας και την άλλη φορά. Ο πονηρόπαπας, άλλο που δε θέλει… Όλο τσαλίμια είναι.

“Πώς το λένε αυτό το έργο;” Με ρωτάει στη γλώσσα της η Φωτούλα και μου δείχνει τις φωτογραφίες που είναι κολλημένες δίπλα στο σημερινό.

— Υπο-λο-χα- γός Να-τά- σα, διαβάζω και της εξηγάω πως κι αυτό με την Αλίκη είναι.

Οι καρακάξες μάς καληνυχτίζουνε και συνεχίζουνε τα κα-κα-κα τους. Ο παπάς βρίσκει ξανά την ευκαιρία να μαλώσει τη γιαγιά για τα καμώματά τους.

— Ρεζίλι γίναμ’ Αγγελική! Ρεζίλι! Την άλλη φορά μην τ’ς πάρ’ς κοντά μας… Δε θέλει πολύ ο κόσμος να μας βάλει στον γάιδαρο καβάλα. Τ’ ακούς; Και για σένα το λέω. Χήρα γ’ναίκα… Τι τις θες αυτές τις Εύες και τις νταραβερίζεσ’;

— Ποιον γάιδαρο παππούλη, της θεια-Μαρίνας; Θέλω κι εγώ να μπω καβάλα στα καπούλια του… πετάγεται το εξυπνοπούλι κι αρχίζουμε κι εμείς να κακαρίζουμε.

— Σώπα χριστιανέ μ’. Πολύ φόρα πήρες… Τι σε πείραξανε οι καψερές; Να ξεσκάσ’νε θέλαν κι αυτές. Δυο χαζομάρες είπαν και τις πήρες τοις μετρητοίς; Λες και δεν ξέρ’ ο κόσμος το στόμα της κυρα-Λένης, τώρα θα τη μάθ’… Εγώ πρέπει να τα ’χω μ’ όλες καλά, θα τ’ς κάνω πελάτισσες αύριο μεθαύριο, στο ξαναείπα… του πετάει η γιαγιά χαζογελώντας και τραβολογάει την Αγγέλα απ’ το χέρι.

— Εσένα παπαδιά μ’, σ’ άρεσε το έργο; τη ρωτάει τώρα για ν’ αλλάξει κουβέντα και να ξεχαστεί ο παπάς.

— Καλό, καλό ήτανε… απαντάει αυτή και κοκκινίζει μες στο σκοτάδι.

— Εσένα αντράκι μ’, σ’ άρεσ’; Με ρωτάει και γυρνάει προς τα πίσω για να με περιμένει.

— Μ’ άρεσε, αλλά την άλλη φορά θα πάω μόνος μου με τους φίλους μου. Τα είδες τα παιδιά πως ήρθαν μοναχά τους; Της πετάω νευριασμένος τώρα που το θυμήθηκα.

Όχι τίποτ’ άλλο αλλά δε το ’χουνε σε πολύ να μου πετάξουνε πως πάω σινεμά με τις γυναικούλες…

— Ό,τι πει το παλληκάρι μ’! Σ’ χαλάω εγώ μωρέ ποτέ χατίρ’; Μόνος σου να πας βέβαια… με τους φίλους, άσε μας εμάς τις γυναίκες… λέει σοβαρά η γιαγιά.

Μπα! Πώς το ’παθε; Απ’ τη χαρά της μάλλον. Να δεις που αύριο θ’ αλλάξει γνώμη…

— Έχουμε τον παπά εμείς που μας συνοδεύει. Δε μας παρεξηγάει κανένας… συμπληρώνει και κρυφογελάει με τα μούτρα του παπά.

— Άντε, άντε καληνύχτα… Κι αύριο με υγεία, έχουμ’ εκκλησιασμό το πρωί μην ξεχαστείτε… Για να δούμ’ θα δώσ’νε όλοι το παρόν αύριο στην εκκλησιά όπως απόψ’ στον σινεμά… γκρινιάζει αυτός όπως απομακρύνεται με την παρέα του.

Κι εδώ που τα λέμε, τον συμμερίζομαι τον καψερό για όσα πέρασε απόψε. Εδώ ντροπιάσανε εμένα αυτές οι γαργαλιάρες με τα χάχανά τους, όχι ολόκληρο παπά με ράσα και γενειάδα! Έχει κι αυτός τα δίκια του…

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο