ΕΙΔΗΣΕΙΣ, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, ΤΑΞΙΔΙΑ, ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
Επικαιρότητα

“Στο εδώλιο” Ένα διήγημα εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία…

“Στο εδώλιο” Ένα διήγημα εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία… της Νίκη Μπλούτη

 

Αν ένα βλέμμα μπορούσε να σκοτώσει έναν άνθρωπο, τότε αυτός που στεκόταν απέναντί του καθισμένος στο εδώλιο, θα έπρεπε ήδη να είναι νεκρός απ’ τη δική του δολοφονική ματιά, σκέφτηκε, καθώς αντίκρισε τα ψυχρά μάτια του φονιά, που στέρησε τη ζωή τού μονάκριβου γιου του. Οι χτύποι της καρδιάς του ανέβηκαν επικίνδυνα κι ένιωσε το ρυθμό της να σφυροκοπά τα μηλίγγια του. Το βλέμμα του σκοτείνιασε κι ένα έντονο ρίγος διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά του.

 Πέρασαν πέντε ολόκληρα χρόνια, δυο μήνες, έντεκα μέρες και τρεις ώρες, από εκείνη την αποφράδα μέρα που πήρε τα κακά μαντάτα για το παλικάρι του. Αυτή η μέρα δεν ξεχνιέται ποτέ από έναν πατέρα που χάνει το σπλάχνο του. Ο γιος του κλείνοντας τα μάτια του, πήρε μαζί του και τη δική του ζωή. Από τότε δε ζει πια. Κοιμάται και ξυπνάει με μια μονάχα σκέψη. Να πάρει εκδίκηση. Να αποδώσει αυτός τη δικαιοσύνη σ’ αυτό το άτιμο φονικό, με το δικό του χέρι, αφού ο ίδιος ο νόμος στάθηκε τόσο επιεικής με το φονιά. Ένας γονιός δεν αναγνωρίζει ελαφρυντικά όταν πρόκειται για τη ζωή του παιδιού του. Δεν υπάρχουν ελαφρυντικά όταν αφαιρείς μια ανθρώπινη ζωή. Αυτό του δίδαξαν από παιδί οι γονείς του, οι δάσκαλοί του κι ο Θεός που πιστεύει.

 Αλήθεια, πού βρισκόταν άραγε ο Θεός του, εκείνο το καταραμένο λεπτό που το μαχαίρι έσχιζε ανήλεα τα σωθικά του γιού του; Όταν η καρδούλα του σταμάτησε να χτυπάει για πάντα; Αναρωτιόταν κάθε βράδυ που σπάραζε στο μαξιλάρι του με τα καυτά δάκρυα τού αβάσταχτου πόνου και της οδύνης απ’ την απώλεια του παιδιού του. Γιατί δεν έβαλε το χέρι του να αποτρέψει ένα τέτοιο μεγάλο κακό; Μια τέτοια τραγική αδικία; Η δική του ανθρώπινη λογική, δε σηκώνει τέτοια αδικία. Αυτό το βάρος της απώλειας για έναν γονιό είναι ασήκωτο. Αυτή η αδικία εις βάρος του παιδιού του είναι ασυγχώρητη και ανεξήγητη για κείνον. Το μόνο που ποθεί πραγματικά, με όλο του το είναι, από τότε που τα μάτια του παιδιού του βυθίστηκαν στο σκοτάδι, είναι να πάρει το δρόμο και να το ακολουθήσει. Να ψάξει να το βρει και να του κρατήσει συντροφιά, να μην αισθάνεται μοναξιά και να μη φοβάται. Αυτό τον βασάνιζε τον πρώτο καιρό και λογάριαζε σύντομα να πάει κοντά του. Μα πρώτα, πρέπει να ξοφλήσει ένα χρέος. Να λυτρωθεί κι ο ίδιος απ’ αυτό το ασύλληπτο βάρος που έχει πλακώσει το στήθος του, απ’ το χρέος που οφείλει να ξοφλήσει στο παιδί του για να μπορέσει ν’ αγαλλιάσει η ψυχούλα του.

  Χρόνια περίμενε και λογάριαζε με το νου του, την ώρα που θα τον είχε απέναντί του. Γνώριζε καλά, πως δε θα είναι εύκολο να τον πλησιάσει και ειδικά μέσα στο δικαστήριο, που η αστυνομία θα λάμβανε όλα τα μέτρα ασφαλείας, ώστε να διεξαχθεί η δίκη σε κατάσταση πλήρης ηρεμίας. Ωστόσο, αυτός, είναι ήδη έτοιμος και θα βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό του, αυτό το σχέδιο που τόσο καιρό οργανώνει με κάθε λεπτομέρεια μες στο κουρασμένο του μυαλό.

  Τα τελευταία μερόνυχτα δεν έχει κλείσει μάτι. Το παλικάρι του έρχεται μόνιμα στη σκέψη του και τον καλεί κοντά του. Πώς άλλαξε έτσι ο κόσμος τους απ’ τη μια στιγμή στην άλλη; Από μια γελοία αφορμή κι έναν καβγά του ποδαριού; Πώς βρέθηκε στο δρόμο του παιδιού του αυτός ο ανισόρροπος; Ο γιος του ποτέ δεν πείραξε κανέναν. Ένα ήρεμο και μειλίχιο παλικάρι ήτανε, μ’ ένα μόνιμο χαμόγελο να στολίζει τα χείλια του, έκανε όνειρα στο περβάζι του παραθύρου τους μέχρι χθες και τάιζε τα σπουργίτια με τις ψίχες του ψωμιού που τους περίσσευαν.

 Τώρα, που κοντοζυγώνει η ώρα της δικής του δικαιοσύνης, κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα. Μπορεί ο Θεός ν’ απουσίαζε εκείνο το τραγικό απόγευμα και να μην πρόλαβε ν’ ανατρέψει το κακό, αλλά σήμερα, τον αισθάνεται κοντά του, είναι σίγουρος πως αυτός θα του δώσει τη δύναμη που χρειάζεται και θα του οπλίσει το χέρι. Ο Θεός ο δικός του ξέρει πως είναι δίκαιος και πως θα του συμπαρασταθεί. Δεν είναι δυνατόν να βρίσκεται στο πλάι του φονιά, που ήρθε σήμερα εδώ και κάνει έφεση για να μειωθεί η ποινή του. Δεν είναι δυνατόν να βρεθούν ελαφρυντικά για μια τέτοια αποτρόπαια πράξη και να του συγχωρήσουν ένα τέτοιο έγκλημα! Μπορεί να πέρασαν τόσα χρόνια κι όλοι να ξέχασαν το τραγικό γεγονός. Η καρδιά του γονιού, όμως, δεν ξεχνάει ποτέ! Κι αυτό θα το αποδείξει σήμερα σε όλους.    

  Αφού τον πέρασαν από έναν ενδελεχή έλεγχο οι αστυνομικοί, τον συνόδεψαν οι ίδιοι στην αίθουσα μέχρι να φτάσει στη θέση του, μαζί με τον ανιψιό του το μεγάλο που τον ακολουθούσε. Κάθισε ήρεμος για ώρα κοιτώντας ίσια στα μάτια το φονιά. Δεν άκουγε. Δεν επικοινωνούσε με το περιβάλλον. Το μυαλό του δούλευε το σχέδιό του ξανά και ξανά. Σηκώθηκε κάποια στιγμή και ζήτησε να βγει για λίγο έξω, προφασιζόμενος μια ελαφριά αδιαθεσία. Ο αστυνομικός τον συνόδεψε μέχρι την έξοδο και στάθηκε για λίγο κοντά του. Ήπιε νερό, έβρεξε και το πρόσωπό του, ζήτησε κι έναν καφέ απ’ τον ανιψιό του για να συνέρθει. Μετά από ένα τέταρτο, βρέθηκε πάλι μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου με δυο αστυνομικούς να στέκονται όπως και πριν στο πλάι του. Αυτή τη φορά κανείς δεν τον πέρασε από έλεγχο, που σημαίνει, πως είχε όλο τον χρόνο δικό του να φέρει σε πέρας αυτό που σχεδίαζε. Η δίκη συνεχιζόταν κι αυτός συνέχιζε να καρφώνει με τη ματιά του το δολοφόνο, ο οποίος έστεκε στο εδώλιο σιωπηλός με κατεβασμένο το κεφάλι σε ένδειξη μεταμέλειας. Σε λίγο θα κλινόταν να καταθέσει και να μιλήσει στους δικαστές.

 Η ματιά του σύρθηκε ένα γύρω στην αίθουσα. Ο κόσμος παρακολουθούσε σιωπηλός την εξέλιξη της δίκης. Σηκώθηκε ξανά με κόπο κι έβγαλε το μαντίλι του από την τσέπη να σκουπίσει το ιδρωμένο μέτωπό του. Ο ένας από τους αστυνομικούς τον ακολούθησε μέχρι την έξοδο. ‘’Είστε καλά; Μήπως χρειάζεστε τίποτα;’’ Τον ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον ο νεαρός άντρας. ‘’Καλά είμαι παιδί μου, σ’ ευχαριστώ. Βγήκα να με χτυπήσει λίγο ο αέρας…’’ τον βεβαίωσε και κάθισε σ’ ένα σκαλοπάτι που βρήκε μπροστά του. Μετρούσε ένα ένα τα λεπτά που περνούσαν και υποκρινόταν πως χάζευε τους περαστικούς, σφουγγίζοντας το πρόσωπό του με το μαντίλι. Όταν η σκιά τού αστυνομικού που έστεκε από πάνω του εξαφανίστηκε, κατάλαβε πως ήταν η μοναδική του ευκαιρία να πάρει από το αυτοκίνητό του, που το είχαν παρκάρει λίγα μέτρα πιο κάτω, αυτό που χρειαζόταν για να  τελειώνει.

Σε δώδεκα λεπτά βρισκόταν ξανά πίσω στην αίθουσα. Κανείς δεν τον σταμάτησε στην είσοδο. Ήρεμος διέσχισε το διάδρομο και κατευθύνθηκε προς τη θέση του. Οι αστυνομικοί τού έριξαν μια ματιά και συνέχισαν να παρακολουθούν τη δίκη. Ο ανιψιός του έσκυψε και τον ρώτησε πώς αισθάνεται κι εκείνος τον βεβαίωσε πως είναι καλά, να μην ανησυχεί. Ούτε εκείνος γνώριζε τίποτα για το σχέδιό του. Τα λεπτά περνούσαν κι αυτός τα μετρούσε σύμφωνα με τους χτύπους της καρδιάς του, που γύρευε να πετάξει απ’ το στήθος του από το άγχος και την ένταση που τον είχαν καταβάλλει. Όταν άκουσε αχνά τη φωνή του δικαστή να καλεί τον κατηγορούμενο να σηκωθεί από τη θέση του, άρχισε να ιδρώνει. Οι σταγόνες έτρεχαν στο μέτωπό του κι έβγαλε ξανά το μαντίλι του να τις σκουπίσει. Ταυτόχρονα, με μια αστραπιαία κίνηση τράβηξε το όπλο του απ’ το πουκάμισο κι άρχισε να πυροβολεί τον στόχο του. Μια, δυο, τρεις, τέσσερις, πέντε… Κι όλα είχαν τελειώσει.

 Οι αστυνομικοί όρμησαν πάνω του και τον ακινητοποίησαν. Επικράτησε πανικός. Όλοι είχαν πέσει κάτω, προσπαθώντας ν’ αποφύγουν τις αδέσποτες σφαίρες που σφύριζαν στον αέρα. Ακολούθησαν κραυγές από το ακροατήριο κι οι υπόλοιποι αστυνομικοί έτρεξαν κοντά στο πτώμα του φονιά που κείτονταν δυο μέτρα μπροστά του. Αυτός παρακολουθούσε ήρεμος τις εξελίξεις, δίχως να φέρει καμιά αντίσταση στους ένστολους που τον κρατούσαν παγιδευμένο ανάμεσά τους. Από μέσα του ψιθύριζε μια ευχαριστήρια προσευχή  στον δικό του Θεό, που στάθηκε σήμερα δίπλα του και τον βοήθησε να φέρει εις πέρας τον όρκο που είχε δώσει στο παιδί του. Ξαλαφρωμένος πια από το βάρος ανάσαινε καλύτερα. Όταν οι αστυνομικοί άρχισαν να τον σπρώχνουν προς την έξοδο για να μη δημιουργηθούν περαιτέρω επεισόδια, πρόλαβε κι έριξε μια ματιά πίσω του. Το λαβωμένο βλέμμα τού γονιού που έστεκε πάνω απ’ το πτώμα τού γιού του, αντάμωσε το δικό του από μακριά. Η καρδιά του σφίχτηκε απ’ την οδύνη και τον σπαραγμό που διαγραφόταν στα μάτια τού χαροκαμένου αυτού ανθρώπου. Μονάχα αυτόν λυπήθηκε βαθιά με την ψυχή του, αυτόν που δεν του έφταιξε σε τίποτα. Αυτόν που θα ανέβαινε τώρα τον ίδιο Γολγοθά με τον δικό του.  

 Λίγες ώρες αργότερα βρισκόταν απέναντι απ’ τον ανακριτή. Ταλαιπωρημένος, βρώμικος και κουρασμένος. Απαλλαγμένος, όμως, από το βάρος που κουβαλούσε πέντε ολόκληρα χρόνια απάνω του, μετά από το χαμό του παιδιού του. ‘’Για πες μου τι κατάλαβες τώρα που σκότωσες ένα παλικάρι;’’ Ακούστηκε η οργισμένη φωνή του ανακριτή να τον ρωτάει. ‘’Τι κατάλαβα; Αγαλλίασε η ψυχή μου και η ψυχούλα τού γιου μου εκεί που βρίσκεται…’’ του απάντησε αναστενάζοντας και δυο δάκρυα ανακούφισης κύλησαν απ’ τα μάτια του.    

 

Related posts

Οι Queen Symphonic ξανά στο Ηρώδειο στις 8 Οκτωβρίου

Newsroom

Ιστορικό ντοκιμαντέρ «a la αλβανικά»: «Κολοκοτρώνης, Μπουμπουλίνα, Καραϊσκάκης ήταν Αλβανοί»!

Newsroom

ΩΝΑΣΗΣ – «Τα θέλω Όλα» Τον Οκτώβριο στο Θέατρο Παλλάς από τον Σταμάτη Φασουλή

Prootos