Κοινοποιείστε το άρθρο

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Πρόδρομο Κοσμίδη  «Ο λύκος σκοτώνει για να ζήσει, ενώ ο άνθρωπος για να μεγαλουργήσει»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο ο συγγραφέας Πρόδρομος Κοσμίδης παραχώρησε στο greekaffair.gr μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης

Λίγα λόγια για τον Συγγραφέα 

Ο Πρόδρομος Κοσμίδης γεννήθηκε το 1957 στη Ν. Ιωνία Αττικής.
Αποφοίτησε από το εξατάξιο γυμνάσιο του Ν. Ηρακλείου και μετά ασχολήθηκε
επαγγελματικά με τον σχεδιασμό, την παραγωγή και το εμπόριο υφασμάτων και
ετοίμων ενδυμάτων. Τα χρόνια περνούσαν όμως η αγάπη του για τα ελληνικά γράμματα και τη λογοτεχνία παρέμενε φλόγα άσβεστη. Από το 2012 έως το 2018 παρακολούθησε
πλήθος σεμιναρίων για δημιουργική γραφή, στίχο, στιχοποίηση, θεατρική γραφή,
παιδικό παραμύθι, διήγημα και τέλος μεγάλη φόρμα όπως το μυθιστόρημα.
Το 2015 έγραψε τους στίχους δώδεκα τραγουδιών για τον δίσκο «Μεταμόρφωση»
με συνθέτη τον Γιώργο Τσιριγώτη και με ερμηνευτές τον ίδιο τον συνθέτη, τον
Γιώργο Νταλάρα και την Μαριαστέλλα Τζανουδάκη.
Το 2021 εκδόθηκε από τις εκδόσεις Φίλντισι το πρώτο του βιβλίο ΑΝΤΙΓΟΝΗ,
έμμετρη μετάφραση της τραγωδίας του Σοφοκλή.

 

Θα ξεκινήσουμε τη συνέντευξη μας πιάνοντας το νήμα της ζωή σας από την αρχή γυρίζοντας αρκετά χρόνια πίσω. Θα θέλατε να μας αναφέρετε πού γεννηθήκατε και πως ήταν τα πρώτα χρόνια στη ζωής σας και λίγο αργότερα στην εφηβεία. Τι αναμνήσεις έχετε;

Γεννήθηκα το 1957 σε ένα προσφυγικό σπιτάκι στην Ν. Ιωνία Αττικής από γονείς
πρόσφυγες αλλά γεννημένους στην Ελλάδα.. Ο πατέρας ήταν Πόντιος και η μητέρα
μου Σμυρνιά. Ήταν μια πανέμορφη γειτονιά από μικρά παλατάκια. Δυο δωμάτια με
κεραμίδι, τουαλέτα έξω στη μικρή αυλή και οπωσδήποτε κάποιο κατακόκκινο γεράνι
κοντά στο άσπρο γιασεμί. Όταν ζέσταινε ο καιρός, τα βράδια βγαίναν οι καρέκλες και
τα σκαμνάκια έξω στα στενά δρομάκια και άρχιζε το κουβεντολόι. Ιστορίες από τη
Σμύρνη, από την Πόλη και τον Πόντο για έρωτες και μίση, για χορούς και τραγούδια,
για ηρωισμούς και ανδραγαθίες ξετυλίγονταν όλο το βράδυ και κάθε λίγο ακούγονταν
γέλια αναστεναγμοί και καμιά φορά κλάματα. Κλάματα για αυτούς που χάθηκαν στον
μεγάλο διωγμό. Καυγάδες γίνονταν σπάνια, καθώς το μόνο που είχαν να μοιράσουν
ήταν η φτώχια τους. Αν κάποιος κοιτούσε αυτή τη γειτονιά και τους ανθρώπους με
τρίτο μάτι, θα κούναγε το κεφάλι του θλιμμένα, για μένα όμως, για τα αθώα μάτια
ενός παιδιού, ήταν μια ζεστή αγκαλιά, ένα ατέλειωτο παραμύθι με πραγματικούς
ήρωες που το σώμα τους ήταν εκεί, αλλά η σκέψη και η καρδιά τους στην άλλη μεριά
του Αιγαίου. Εκεί είχαν αφήσει τα χωράφια, τις δουλειές τους και τα σπίτια τους με
πόρτες να χάσκουν ανοιχτές, όταν αναγκάστηκαν να φύγουν άρον άρον για να
σώσουν τις ζωές τους.

Από μικρό παιδί πως ήταν η σχέση με τους γονείς σας; Ζούσατε μέσα σε ένα ήρεμο και γαλήνιο περιβάλλον;

Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι του μόχθου, με έναν τίμιο δημιουργικό εγωισμό και με
μια σκληρή αγάπη που οι καιροί το επέβαλαν. Όχι, το περιβάλλον δεν ήταν γαλήνιο,
ούτε ήρεμο, αλλά παρείχε μία ασφάλεια αρκετή για να αφήσει ένα παιδί να πατήσει
στα πόδια του και να ισορροπήσει με τον έσω και έξω κόσμο του. Αυτό θεωρώ πως
είναι μεγάλη προίκα για κάθε άτομο. Η ψυχική ισορροπία!

Από μικρός πόσο ευερέθιστος ήσασταν σε ήχους και εικόνες στην καθημερινότητα της ζωής;

Απαθής! Έμενα απαθής από τα γεγονότα, σαν να υπήρχε κάποιο φίλτρο προστασίας
που με συγκρατούσε από την ανεξέλεγκτη λύπη ή χαρά, αλλά το βράδυ στο κρεβάτι,
πριν κοιμηθώ ανακαλούσα στη μνήμη ό τι σοβαρό μου είχε συμβεί και το επεξεργαζόμουν, το φούσκωνα ή τα ξεφούσκωνα μέχρι να το κάνω αποδεκτό και στα
μέτρα μου.

Η ανάγνωση βιβλίων και η συγγραφή ήταν κάτι που σάς άρεσε από μικρό; Να
υποθέσω επίσης ότι σχολείο πρέπει να είχατε άριστο βαθμό στην έκθεση σωστά;

Άλλη μία εύστοχη ερώτηση! Ε λοιπόν, όχι. Η ανάγνωση βιβλίων δεν μου άρεσε, γιατί
ενώ ξεκινούσα με πάθος το διάβασμα, ο συγγραφέας επέμενε στην δική του ιστορία
και δεν καταλάβαινα γιατί δεν έβλεπε αυτά που έβλεπα εγώ σαν εξέλιξη της
υπόθεσης. Στην έκθεση πάλι μπέρδευα το δυνατό συναίσθημα με τον ρεαλισμό και
στο τέλος επικρατούσε ένα συνονθύλευμα. Όλα αυτά μέχρι τα δεκαπέντε μου, στην
τέταρτη τάξη του γυμνασίου, όταν μας ανέλαβε ένας φιλόλογος, Νάντης το επώνυμο
(πρώτη φορά το αναφέρω κύριε Τσικορδάνο και παρακαλώ να το εκλάβουμε ως
μνημόσυνο). Ένα τρίμηνο χρειάστηκε να μυηθώ από αυτόν τον άξιο υπηρέτη της
λογοτεχνίας στα μυστήριά της. Έσπασα τις φόρμες που με παίδευαν και τις
συνέθεσα ξανά με τον δικό μου τρόπο. Ξετίναξα τον Λουντέμη στην αρχή και τον
Καζαντζάκη και μετά άρχισα τα μακροβούτια χωρίς ανάσα στα έγκατα της ποίησης.
Σε αυτό βοήθησε και το ότι όταν η Αθήνα βούιζε από τους μελοποιημένους στίχους
των μεγάλων μας ποιητών κατά την διάρκεια των γεγονότων του πολυτεχνείου, εγώ
ήμουν δέκα επτά χρονών.

Έχετε σπουδάσει κάτι; Πριν ασχοληθείτε και με τη συγγραφή, είχατε σκεφτεί αλλιώς το μέλλον σας στο πίσω μέρος του μυαλού σας;

Όλα με έσπρωχναν στην Φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου, αλλά για λόγους
άσχετους ποτέ δεν έφτασα εκεί. Ασχολήθηκα σαν ελεύθερος επαγγελματίας με τον
σχεδιασμό, την παραγωγή και εμπορεία υφασμάτων και ετοίμων ενδυμάτων, αλλά
ποτέ δεν έπαψα να μελετάω και ποτέ δεν έσβησε η φλόγα μέσα μου. Από δώδεκα
χρονών έγραφα ποιήματα και τα πετούσα, γιατί αυτό τότε ήταν ντροπή για ένα αγόρι.
Έπρεπε να φτάσω πενήντα πέντε χρονών, να γκρεμιστούν όλες οι αξίες με αυτή την
οικονομική λαίλαπα στην Ελλάδα μας, για να πιάσω το μολύβι και να μιλήσω. Ήθελα
να βγάλω φωνή, για αυτό έγραψα πρώτα στίχους τραγουδιών. Κυκλοφόρησε το cd
‘’Μεταμόρφωση’’ σε στίχους δικούς μου και μουσική του συνθέτη και τενόρου Γ.
Τσιριγώτη. Στη συνέχεια έγραψα κείμενα και στίχους για δύο μουσικοθεατρικά έργα,
μετέφρασα την Αντιγόνη του Σοφοκλή έμμετρα και πριν από δύο περίπου μήνες, από
τις ‘’Εκδόσεις Φίλντισι’’ έγινε η έκδοση του πρώτου μου μυθιστορήματος ‘’Όταν
δακρύζει ο λύκος’’.

Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε, η σας ερέθισε, να μπείτε στην διαδικασία και να
αποτυπώσετε επάνω σε μια κόλλα χαρτί μια ιστορία που θα μιλάει για το β’
Παγκόσμιο Πόλεμο, για την πανέμορφη Αγιά Πετρούπολη και για την μεγάλη μάχη ανάμεσα στο ρώσικο και το γερμανικό στρατό ;

Όταν ήμουν παιδί, από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού θυμάμαι, το ραδιόφωνο
μετέδιδε τα πρωινά τις αναζητήσεις μέσω του Ερυθρού Σταυρού. << Ο Πρόδρομος
Κοσμίδης αναζητεί την αδελφή του Ιωάννα και τον πατέρα του Κωνσταντίνο Κοσμίδη
που χάθηκαν στην μεγάλη πυρκαγιά της Σμύρνης. Έκτοτε αγνοείται η τύχη τους.
Παρακαλούμε όποιος γνωρίζει κάτι να απευθυνθεί στις υπηρεσίες του Ερυθρού Σταυρού. Εκατοντάδες ονόματα έκαναν παρέλαση καθημερινά. Θυμάμαι την
μητέρα μου, που όταν άκουγε κάποιο όνομα που της θύμιζε κάτι ρωτούσε την μάνα
της, την γιαγιά μου; καλέ μαμά, ο τάδε δεν είναι αυτός που είχε το μπακάλικο στα
Βουρλά;. Σήμερα, μετά από πενήντα τουλάχιστον χρόνια, τίποτα δεν έχει αλλάξει.
Καραβάνια προσφύγων εξαθλιωμένων περνούν από μπροστά μας στην οθόνη και
εμείς μετά από μια μικρή δυσφορία κουνάμε το κεφάλι και αλλάζουμε κανάλι. Όχι, δεν
μπορώ να αποτρέψω τον πόλεμο, μπορώ όμως να σχολιάσω φέρνοντας για
παράδειγμα την Αγία Πετρούπολη και το Βερολίνο, τις δύο μεγάλες αντίπαλες πόλεις,
που υπέστησαν τεράστιες καταστροφές. Ο άνθρωπος πιόνι στην παγκόσμια
σκακιέρα πολτοποιείται στα γρανάζια των εξουσιαστών, αλλά εκεί που λες τα πάντα
χάθηκαν, έρχεται η ψυχή να αντισταθεί, να αμφισβητήσει και να θέσει εκ νέου και πιο
ψηλά την έννοια της αρετής, της ανθρωπιάς, του έρωτα και της πατρίδας. Το έργο το
οδηγούν πραγματικά ιστορικά γεγονότα, αλλά οι ήρωες είναι φανταστικοί.
Εκπλήττουν και εκπλήττονται οι ίδιοι. Ποια είναι η θέση της γυναίκας σαν μάνα,
σύζυγος και ερωμένη κάτω από την πίεση του θανάτου; Ο αναγνώστης θα
προβληματιστεί όταν θα δει τι μπορεί να συμβεί σε έναν πολεμιστή που αναγνωρίζει
και υποστηρίζει στον εχθρό του το δικαίωμα της άμυνας. Θα εκπλαγεί από το πως
μπορεί να αντιδράσει ένα θύμα που μετατρέπεται σε θύτη. Όλα οδηγούν σε μια ευχή.
Ποτέ, ο τι κι αν συμβεί, να μη χάσει ο άνθρωπος την ανθρώπινη του υπόσταση. Αυτό
είναι το μόνο που φοβούνται οι παγκόσμιες εξουσίες.

Στο μυθιστόρημα «Όταν δακρύζει ο Λύκος» ποιες είναι οι λέξεις κλειδιά που το αντιπροσωπεύουν και οδηγούν την ιστορία του μυθιστορήματος σας  σελίδα, σελίδα μέχρι το τέλος;

Ο κορμός είναι το τρίπτυχο ‘’πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια’’, αλλά όχι όπως το
ξέρουμε. Αυτές οι τρεις έννοιες στο μυθιστόρημά μου μαλώνουν και φιλιώνουν
μεταξύ τους ακατάπαυστα από την αρχή έως το τέλος. Στη συνέχεια είναι το
αρχέγονο ένστικτο, ο έρωτας, η θυσία, η αντίσταση και ο αγάπη. Θα μπορούσα να
αναφέρω και την λέξη ‘’ανατροπή’’, που δεν υπάρχει, αλλά υποβόσκει και καθορίζει
τα πάντα.

Στο βιβλίο μέσα περιγράφεται ένα Ρώσο υπολοχαγό τον Σεργκει Παυλώφ να είναι ένας πραγματικός ήρωας μέχρι την στιγμή που χάνει κάτι πολύτιμο το γιο του! Και κάπου εκεί μεταμορφώνεται σε άγριο λύκο. Θα ήθελα να σας ρωτήσω τελικά στις ημέρες μας οι ανθρωπότητα έχει κατά κάποιο τρόπο μεταμορφωθεί σε κοπάδι άγριων λύκων ;

Αυτή σας η ερώτηση βάζει το δάχτυλο και σκαλίζει την πληγή!
Ειλικρινά λυπάμαι που το λέω, μακάρι η κοινωνία των ανθρώπων να έμοιαζε με αυτή
των λύκων! Θα μπορούσα να αναφέρω άπειρα παραδείγματα, μα θα σταθώ μόνο σε
δύο. Ο λύκος σκοτώνει για να ζήσει, ενώ ο άνθρωπος για να μεγαλουργήσει. Ο
λύκος δεν καταστρέφει το περιβάλλον που ζει και πάντα φροντίζει να εξασφαλίσει για
τα παιδιά του καθαρά και εύφορα λημέρια. Αντίθετα ο άνθρωπος
αυτοκαταστροφικός, πριονίζει το κλαδί που κάθεται και αδιαφορεί τι κόσμο θα
παραδώσει στις επόμενες γενιές.

Κάτω από ποιες προϋποθέσεις επιλέξατε τους ήρωες του βιβλίου σας;

Καμία προϋπόθεση, καμία συνειδητή επιλογή. Στα αγγλικά ‘’writer’’ σημαίνει γραφιάς.
Στα ελληνικά συγγραφέας (συν – γραφέας) σημαίνει πως γράφω παρέα με κάποιον
άλλον. Ποιον άραγε;. Πολλές οι ερμηνείες, αλλά όποιος και να είναι αυτός ο άλλος
καλά θα κάνουμε να τον αφήσουμε να εκφραστεί χωρίς να του στήνουμε παγίδες με
προϋποθέσεις και επιλογές. ΑΥΘΌΡΜΗΤΑ! Κάνω ‘’setting’’ λοιπόν στο χώρο και στο
χρόνο και αφήνω την ενέργεια αυτών των δύο να με παρασύρει σε καταστάσεις που
όσο πιο απρόβλεπτες είναι, τόσο πιο όμορφη και ενδιαφέρουσα γίνεται η
μυθοπλασία.

Μέσα από ένα πόλεμο πόσα πράγματα μπορούν να αλλάξουν και να θέσουν εκ
νέου, όρια και κόκκινες γραμμές όσο αφορά την Οικογένεια τη θρησκεία , τον ερώτα και τα πιστεύω για την πατρίδα;

Τέλεια! Αναφέρεστε σε λέξεις που θεωρώ κλειδιά στο μυθιστόρημά μου. Ενώ αυτές οι
έννοιες εν καιρώ ειρήνης συνήθως συνυπάρχουν αρμονικά και συμπορεύονται, εν
καιρώ πολέμου αυτά συγκρούονται και λοξοδρομούν. Είναι σαν να τραβάς ένα
τουβλάκι από τον πύργο με τα ‘’ lego’’ κι αυτός να γκρεμίζεται. Ο υπολοχαγός
Σεργκέι Παυλώφ στο βιβλίο μου είναι στρατιώτης που μάχεται να κρατήσει τον
κατακτητή μακριά από την πατρίδα και την οικογένειά του, όταν όμως χάνει την
οικογένεια τον πλημυρίζει το μίσος, τον αποκτηνώνει και συμπεριφέρεται σαν λύκος
απέναντι στον εχθρό. Το ίδιο άτομο όταν αλλάζουν οι ρόλοι και η πατρίδα του από
την άμυνα περνάει στην επίθεση και κάνει τα χειρότερα στους ηττημένους,
απογοητεύεται και συμπάσχει με τον αντίπαλο. Ιδού, πως μπορεί να αλλάξει η έννοια
της πατρίδας στα στήθη ενός ηρωικού αλλά απογοητευμένου πολεμιστή!

Το μυθιστόρημα «Όταν δακρύζει ο Λύκος» αναφέρεται σε γεγονότα μυθοπλασίας ή σε αληθινά περιστατικά που έχουν συμβεί;

Το μυθιστόρημα αυτό στηρίζεται σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα και εξελίσσεται
χρονικά με αυτά, αλλά όλα τα υπόλοιπα, ήρωες, ονόματα, πλοκή κ.α. είναι προϊόντα
φαντασίας.

Αναρωτιέμαι αν έχετε κοινές αναμνήσεις με τους ήρωές σας. Είναι το βιβλίο σας βιωματικό;

Δεν μου αρέσει να γράφω μόνο για το σήμερα, μόνο για το εδώ (Ελλάδα) και να
αντλώ θέματα μόνο από την δική μου ‘’βιωματική’’ αποθήκη, αφού η παγκόσμια είναι
πολύ πιο πλατιά και ασύγκριτα συγκλονιστική.
Τίποτα λοιπόν δεν είναι βιωματικό. Όλα είναι γεννήματα της φαντασίας ενός
ανθρώπου που τα είχε μέσα του και όταν έφτασε εξήντα τριών ετών αποφάσισε να
τα βάλει στο χαρτί αλλά με τον δικό του τρόπο. Το λέω γιατί ο τρόπος που γράφω
δεν έχει επιρροές από σπουδές και κανόνες, αλλά είναι αποτέλεσμα δικής μου,
προσωπικής αισθητικής.

«Όταν δακρύζει ο Λύκος» με ποιο τραγούδι ή και άλμπουμ θα “ντύνατε” μουσικά το μυθιστόρημα σας;

Ανέφερα πιο πριν πως είμαι στιχουργός. Το μυθιστόρημά μου ‘’Όταν δακρύζει ο
λύκος’’ μπορώ να πω, πως είναι μια διόγκωση των στίχων που έχουν τα τραγούδια
στο άλμπουμ ‘’Μεταμόρφωση’’. Για παράδειγμα στο τραγούδι ‘’Ο θυμός’’, η Μήδεια,
το αρχέτυπο του θυμού, αφού σκότωσε τα δυο παιδιά της σε έξαλλη κατάσταση
τραγουδάει στο ρεφραίν:

‘’Λυμένα έχω τα μαλλιά στα στήθη φύκια
του δράκου δόντια κοφτερά για σκουλαρίκια
η Αργώ μου βούλιαξε δε θέλω να θυμάμαι
πατέρα ήλιε πάρε με να μη φοβάμαι’’

Ποιο άλλο τραγούδι θα μπορούσε να πλησιάσει νοηματικά αλλά και μουσικά τον
μεγάλο θυμό του Σεργκέι Παυλώφ που τον μετέτρεψε σε λύκο; Όλος ο δίσκος σε
στίχους Πρόδρομου Κοσμίδη και μουσική Γιώργου Τσιριγώτη υπάρχει στο YouTube
και πιστεύω πως αξίζει να τον ακούσετε.

Με ποιον ήρωα πιστεύετε θα έρθει ο αναγνώστης/στρια πιο κοντά και θα τον
«αγκαλιάσει»; Εσάς ποιος σας άγγιξε περισσότερο και γιατί;

Οι ερωτήσεις σας φαίνονται απλές, αλλά εμένα με ωθούν να κάνω αποκαλύψεις που
δεν θα έκανα σε άλλη περίπτωση. Η αλήθεια είναι πως ο Ρώσσος υπολοχαγός
Σεργκέι Παυλώφ είναι ένας υπέρ ήρωας με δύο πρόσωπα και λογικό είναι να κλέψει
τις καρδιές όσων τον γνωρίσουν. Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τους άλλους ήρωες
που τον πλαισιώνουν και συμπάσχουν μαζί του. Όσο προχωράει η υπόθεση και
σφίγγει η πλοκή οι πόρτες πίσω μία, μία κλείνουν οδηγώντας την αγωνία σε
κορύφωση. Ο συγγραφέας πρέπει να δώσει τα κλειδιά σε κάποιον που θα μείνει έξω
από την υπόθεση και δεν θα τον υποψιάζεται κανείς. Αυτός θα πρέπει να είναι θεός ή
τρελός Ο ναύτης Ήζι! Αυτός ο αθώος γίγαντας που πήρε απόσπαση στον στρατό
ξηράς από το ναυτικό, έχει άγνοια κινδύνου και η καρδιά του και το μυαλό του είναι
σαν μικρού παιδιού. Αυτός με έβγαλε από τα δύσκολα, έγινε το δεξί μου χέρι και του
έδωσα τα κλειδιά.

Η συγγραφή ενός βιβλίου πόσο επηρεάζει την προσωπική ζωή σας αλλά και τη
δουλειά σας; Σας κουράζει; Σας βγάζει εκτός προγράμματος;

Θα σας πω μόνο πως αντιλαμβάνομαι εγώ τα πράγματα.
Το μυθιστόρημα, δηλαδή η μεγάλη φόρμα, είναι ένας λογοτεχνικός μαραθώνιος. Οι
απαιτήσεις είναι πάρα πολλές και διαφορετικές κάθε φορά. Ο συγγραφέας πρέπει να
είναι μεθοδικός και παραγωγικός. Εδώ δεν περιμένεις να σου έρθει η έμπνευση.
Αυτή έρχεται όταν σκύψεις επάνω από το έργο σου. Είναι πολύ σημαντικό η
μυθοπλασία να γράφεται και να τελειώνει μέσα σε μία λογική περίοδο, ώστε να μην
έχει μετατοπιστεί πολύ η ψυχική και η φυσική κατάσταση, όπως και το περιβάλλον
του συγγραφέα. Αλλιώς γράφεις ένα καιρώ ειρήνης και αλλιώς όταν ο πόλεμος γύρω
σου καίει τα πάντα.
Εγώ για να γράψω το ‘Όταν δακρύζει ο λύκος’’ έκοβα ώρες από τον ύπνο μου και τη
δουλειά μου. Ποτέ εις βάρος της οικογενειακής και της κοινωνικής ζωής. Η κούραση
ήταν γλυκιά, καλοδεχούμενη και όταν ερχόταν εκείνο το άλλο πρόσωπο, το ‘’συν’’ τουγραφέα γεμάτο πάθος και έμπνευση, τότε έβαζα φτερά στα πόδια μου κι
αγκομαχούσε το πληκτρολόγιο του υπολογιστή.

Πόσο διάστημα σας πήρε για να ολοκληρώσετε τη συγγραφή του βιβλίου;

Έξι μήνες. Έξι υπέροχους δημιουργικούς μήνες. Πέντε μήνες χρειάστηκαν για τη
συγγραφή και ένας για χτένισμα και μετρική διόρθωση του κειμένου, καθώς έχω
πάθος, σαν στιχουργός, στο μέτρο και στο ύφος της γραφής. Θέλω τα κείμενά μου να
ρέουν. Να τα διαβάζει κάποιος δυνατά και να μη σκοντάφτει.

Στο βιβλίο «Όταν δακρύζει ο Λύκος» υπήρξαν στοιχεία του χαρακτήρα σας που σας δυσκόλεψαν στη συγγραφή του;

Αυτές οι ερωτήσεις δεν πρέπει να απαντηθούν με ένα ‘’ναι’’ ή ένα ‘’όχι’’. Πιστεύω
πως μέσα στη λέξη ‘’χαρακτήρας’’ υπάρχει η λέξη ‘’αισθητική’’. Αυτή είναι που με
παίδεψε λίγο αλλά δεν παραπονιέμαι. Μου αρέσει να μη γράφω ευθύγραμμα, να
κινούμε δηλαδή στο χρόνο εμπρός, πίσω και να μην είμαι στατικός σε ένα χώρο.
Αυτά τα δύο μαζί με το ότι θέλω ο αναγνώστης μου να έχει εικόνα του χώρου που
κινούνται οι ήρωες του έργου συνθέτουν την λεγόμενη κινηματογραφική γραφή.

Από τους συγγραφείς που κυκλοφορούν στα βιβλιοπωλεία έχετε διαβάσει κάποιο ελληνικό βιβλίο που σας εντυπωσίασε πάρα πολύ τώρα τελευταία;

Δεν ξέρω άλλοι συγγραφείς πως λειτουργούν, αλλά εγώ αποφεύγω να διαβάζω άλλα
έργα τις περιόδους που γράφω, για να μην επηρεαστεί το ύφος και γενικότερα ο
τρόπος της δικής μου γραφής. Ως τόσο, επειδή ολοκληρώνω αυτή την εποχή μια
ενότητα από τραγούδια με πιο φιλοσοφική προσέγγιση, παίρνω κάθε τόσο μια γεύση
από τον παππού μας τον Νίκο Καζαντζάκη και την ‘’Αναφορά στον Γκρέκο’’.

Έχετε σκεφτεί ποιο θα είναι το επόμενό σας βιβλίο και ποιο το είδος του
περιεχομένου του;

Ο ‘’Λύκος’’ με έβαλε για τα καλά στο παιχνίδι της μυθοπλασίας και σκέφτομαι να το
συνεχίσω για τριλογία. Για τώρα και για να αποφορτίσω την ισχυρή του ενέργεια
δουλεύω επάνω σε μία νουβέλα που σύντομα θα ολοκληρωθεί.

Κλείνοντας μας την συνέντευξη μας θα ήθελα να σας ρωτήσω εάν βρισκόσασταν σε μια παρέα που δεν γνώριζε τίποτα για το βιβλίο «Όταν δακρύζει ο Λύκος» πώς θα το παρουσιάζατε;  

Θα τους έλεγα τα εξής: Επειδή δεν μπορώ να σας εξηγήσω ένα έργο τέτοιας πλοκής
και με ιδιαίτερους χαρακτήρες μέσα από μία περίληψη, θα σας πω πως αξίζει να το
διαβάσετε γιατί γράφτηκε σήμερα στην εποχή της μεγαλύτερης κρίσης του 21 ου
αιώνα, από Έλληνα συν-γραφέα παιδί προσφύγων και αναφέρεται σε δύο
πολύπαθες πόλεις κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, Αγία Πετρούπολη και Βερολίνο.
Γιατί άραγε;

Σας ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο που διαθέσατε για να πραγματοποιήσουμε αυτήν την όμορφη συνέντευξη.

Εγώ σας ευχαριστώ από καρδιάς σας για την φιλοξενία. Γνωρίζω πως το παρατράβηξα με τις μακροσκελείς απαντήσεις μου, αλλά ειλικρινά, οι ερωτήσεις σας ήταν πανέμορφες. Σκέτη πρόκληση!

 

 

 

Κυριάκος Τσικορδάνος

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο