Κοινοποιείστε το άρθρο

«Η κατάργηση του προσώπου μέσω μάσκας»: Τραυματικές επιπτώσεις της τρέχουσας υγειονομικής πολιτικής στα παιδιά (κλινική μελέτη)

Μια πλειάδα Γάλλων Ψυχολόγων, Παιδοψυχιάτρων, Ψυχαναλυτών καταγγέλλει: η παιδική ηλικία χρησιμοποιείται ως ένα πειραματικό πεδίο θεσμικών τεχνικών χειραγώγησης. Κλινική μελέτη: Τραυματικές επιπτώσεις της τρέχουσας υγειονομικής πολιτικής στα παιδιά…

 

Πρωτοδημοσιεύθηκε στη francesoir στις 2/12/2020 μια κλινική μελέτη με τίτλο: Τραυματικές επιπτώσεις της τρέχουσας υγειονομικής πολιτικής στα παιδιά…Μια πλειάδα Γάλλων Ψυχολόγων, Παιδοψυχιάτρων και Ψυχολόγων καταγγέλλει σε ομαδική ανοιχτή επιστολή: με τίτλο( «Τραυματικές επιπτώσεις της τρέχουσας πολιτικής για την υγεία στα παιδιά: ένα ανησυχητικό κλινικό εύρημα» και ημερομηνία 30/11/2020.

Οι επαγγελματίες της ψυχολογίας, της ψυχανάλυσης, της παιδιατρικής και της παιδοψυχιατρικής συντάσσουν μια ανησυχητική έκθεση σχετικά με τις τραυματικές επιπτώσεις της τρέχουσας πολιτικής υγείας στα παιδιά. Περιγράφοντας τις παρατηρήσεις τους, καθώς και τα συμπτώματα που σημειώθηκαν στις διαβουλεύσεις τους και αναλύοντας τις μαρτυρίες γονέων, δασκάλων και παιδιών, σημειώνουν σοβαρές διαταραχές στην συνύπαρξη και την κοινωνικοποίηση, την εμφάνιση νέας κακομεταχείρισης εντός των σχολικών εγκαταστάσεων, μια καταδίκη της τρυφερότητας, ενσυναίσθηση και μια σιωπηρή απαγόρευση της ετερότητας, ένα εμπόδιο στη σχεσιακή και ψυχοκινητική ανάπτυξη, καθώς και οπισθοδρόμηση στη μάθηση, μια σημαντική αποδυνάμωση της καλής / περιέχουσας εξουσίας και της γονικής στάσης, απώλεια δομή συγκριτικών κριτηρίων και παράδοξων λόγων. Η κλινική εικόνα καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα παιδιά υποφέρουν όλο και περισσότερο από ψυχολογική δυσφορία, διακινδυνεύοντας να επέλθει μια έκρηξη σοβαρών ψυχολογικών διαταραχών και αυτοκτονικών ενεργειών.

Εισαγωγή

Εμείς επαγγελματίες στην Ψυχολογία, Ψυχανάλυση, Παιδιατρική και Παιδοψυχιατρική προειδοποιούμε επί των τραυματικών επιπτώσεων της τρέχουσας πολιτικής υγείας στα παιδιά. Αυτός ο τραυματισμός προέρχεται γενικότερα από μια effraction του κόσμου ενηλίκων στον κόσμο των παιδιών, οι ενήλικοι αντιμετωπίστηκαν από το κράτος σαν να είναι παιδιά ( σσ. ο κάθε Πατερούλης του Καθεστώτος δίνει εντολές στους πολίτες σαν να είναι παιδάκια μην βγείτε έξω θα κρυώσετε, να γυρίσετε πριν τις 9.00 αλλιώς, κλπ ) και τα παιδιά σαν ενηλίκους που τους καταργεί τη χαρά της ζωής, των διασκεδάσεων, την κοινωνικοποίηση, το να έχουν εμπιστοσύνη στους ενήλικες και στο μέλλον, την τρυφερότητα και την αθωότητα. Ο λόγος που απευθύνεται στα παιδιά από τη σύγχρονη υγειονομική πολιτική είναι ένα matraquage φόβου, δυσπιστίας, ενοχής, ασθένειας και θανάτου. Επιπλέον πρόκειται για ένα λόγο θανατηφόρο των ενηλίκων που δεν αντιστοιχεί στην ηλικία των παιδιών κι έναντι στον οποίο τα παιδιά που δεχόμαστε προς εξέταση μας φαίνονται εντελώς αποπροσανατολισμένα.

Τα συμπτώματα που αποκαλύπτονται στις εξετάσεις…

Ολοένα και περισσότερα παιδιά εμφανίζονται κατά την εξέταση με μια ξεκάθαρη τραυματική εικόνα . Απαριθμούμε κάποια συμπτώματα που συναντάμε πιο συχνά :άγχος, διαταραχές ύπνου, αδρανοποίηση-έλλειψη κίνητρου, συναισθηματική απόσυρση, μείωση ενέργειας (που σχετίζεται με έλλειψη δραστηριοτήτων, συνεχή επιτήρηση, ανησυχία για λάθος), εξασθένιση που σχετίζεται με τον συνεχή φόβο (φόβος για ασθένεια, φόβος για λάθος, φόβος για αφαίρεση της μάσκας, φόβος για μόλυνση άλλων, φόβος για επίπληξη, φόβος για άλλον κ.λπ.),σοκ, χρόνιο άγχος (λόγω ειδικότερα στην εισαχθείσα οδηγία να μην αρρωστήσετε για να μπορέσετε να παραμείνετε στο σχολείο), ψυχοσωματικές διαταραχές (οι οποίες επιμένουν μετά την επιστροφή στο σπίτι, για παράδειγμα: τικ, δερματικά προβλήματα, αναπνευστικά προβλήματα και άσθμα που δεν ακούγονται για παιδιά που δεν έχουν προηγούμενα συμπτώματα, εξάψεις που παρεμποδίζουν τον ύπνο τη νύχτα, ημικρανίες, δερματικές παθήσεις κ.λπ.). Παρατηρήθηκε επίσης η ανάπτυξη χαρακτηριστικών υποχονδριακών και επιστροφών της ενούρησης σε ήδη μεγάλα παιδιά (π.χ. παιδιά CM2 που είχαν αποκτήσει καθαρότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα).

Παρατηρείται ακραία υπερδιέγερση που οδηγεί σε διαγνώσεις μιας αλληλουχίας υπερδραστηριότητας (παρόλο που τα παιδιά δεν έχουν χώρο να παίξουν και να ασκηθούν στο σχολείο και οι αθλητικές και πολιτιστικές τους δραστηριότητες έχουν μειωθεί υπέρ περισσότερου χρόνου που αφιερώνεται σε οθόνες), παλινδρόμηση στη γλώσσα, σοβαρές συναισθηματικές, ψυχικές και πνευματικές συγχίσεις που οδηγούν σε οπισθοδρόμηση στη μάθηση, στην προσαρμοστικότητα και τη συμπεριφορά στην κοινωνία, μείωση της ετερότητας, συνεργασία και ενσυναίσθησης, απόσυρση στον εαυτό, απώλεια αυθορμητισμού και καταθλιπτικές διαταραχές που οδηγούν σε αύξηση αυτοκτονικών ιδεών.

Για κάποια παιδιά, το σχολείο βιώθηκε με έναν φοβικό πλέον τρόπο. Οι τραυματικές διαταραχές σχετίζονται ειδικότερα με την εκθετική ανάπτυξη συναισθημάτων ντροπής, θλίψης, ενοχικότητας, όσο και συμπτώματα διχασμού, όπως επεισόδια απο-πραγματικοποίησης. Τα οικογενειακά και εκπαιδευτικά περιβάλλοντα δεν κατορθώνουν πια να να συγκρατήσουν τις ανησυχίες των παιδιών, καθώς η τρέχουσα πολιτική υγείας είναι παρεμβατική και βίαιη απέναντί ​​τους, κι επιθυμούμε ειδικότερα να επιχειρηματολογήσουμε στα αίτια μιας τέτοιας κλινικής εικόνας.

Η ασθένεια κι ο θάνατος : μια τρομοκρατική αναφορά στο σώμα και στο ζωντανό

Τα παιδιά απορροφούν όλες τις μέρες από τα médias και στο εσωτερικό των σχολικών εγκαταστάσεων τον κλιματισμό ενός διαρκούς φόβου και υπολανθάνοντα θανάτου. Το σώμα είναι έκτοτε επενδυμένο κυρίως μέσω της ασθένειας. (σσ. στο νέο Μεσαίωνα είναι η παραποίηση της Ιατρικής που στοχεύει να σε κάνει να μισήσεις το σώμα σου) Αυτό γίνεται ένας εχθρός διώκτης από την εμφάνιση και του παραμικρού συμπτώματος επιφέροντας στο παιδί το συναίσθημα της ενοχής κα της απόρριψης του σώματος. Επιπλέον το σώμα είναι ιχνηλατημένο και επενδυμένο από τα αδιάκοπα πλυσίματα των χεριών (σ.σ. νεύρωση καθαριότητας) (voire compulsifs) με το gel hydro alcoolique, ή το σημάδεμα της μάσκας κακοβαλμένης στο πρόσωπο. Το σώμα του παιδιού είναι ομοίως κακομεταχειρισμένο μέσα σε κάποιες καταστάσεις , π.χ. οι γονείς καταγγέλλουν πανταχού παρούσες καταστάσεις όπου απαγορεύεται η χρήση του ντουλαπιού στο γυμνάσιο και το λύκειο, επομένως τα παιδιά πρέπει να μεταφέρουν σακούλες έως 11 κιλά και να ακολουθούν διαδρομές περιοριστικές και εξαντλητικές μέσα στο σχολείο για να φτάσουν σε μια τάξη.

Σε αυτό το άρθρο που δημοσιεύθηκε στο Lancet Child & Adolescent Health, οι συγγραφείς επιμένουν στον τραγικό αντίκτυπο των πολιτικών μέτρων κοινωνικής απομόνωσης για τα παιδιά και τους εφήβους. Μας θυμίζουν ότι οι κοινωνικές αλληλεπιδράσεις αποτελούν μέρος των βασικών ανθρώπινων αναγκών, όπως και η βασική ανάγκη για φαγητό ή ύπνο. Το αίσθημα ανεπαρκούς σύνδεσης με άλλους έχει βαθιές και διαρκείς αρνητικές συνέπειες στη σωματική και ψυχική υγεία, και αυτό μπορεί ακόμη και να οδηγήσει σε περισσότερη θνησιμότητα. Κάποια πρωτόκολλά βιοασφάλειας υποχρεώνουν τα παιδιά να παραμείνουν σ’ ένα κλουβί-case, κάτι που εμποδίζει το ελεύθερο απαιτούμενο ξεδίπλωμα μιας αρμονικής ανάπτυξης ψυχοκινήρα κυρίως κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων.

Η μάσκα βιώθηκε ως ένα μαρκάρισμα-είδος ρύγχους ως ένα αντικείμενο ανορθολογικό φετίχ που θα απομάκρυνε – απωθούσε έναν αόρατο εχθρό. Επίσης από τότε που το παιδί αποσύρει τη μάσκα του για να ξαναβρεί μια κανονική ζωή, αυτό μπορεί να βιώσει εμπειρίες τρόμου και ενοχής. Είχαμε αναφορές από λογοθεραπευτές και ψυχολόγους που δείχνουν ότι τα παιδιά φοβούνται τόσο πολύ ότι θα τους επιπλήξουν ή ακόμα και θα πεθάνουν αν τη βγάλουν, που έκτοτε είναι μπλοκαρισμένα για να κατεβάσουν την μάσκα. Η πραγματικότητα είναι ότι τα παιδιά έχουν μια σημαντική ανάγκη να δουν το πρόσωπο των ατόμων που ασχολούνται με αυτά: να διαβάσουν τα πρόσωπα, τις εκφράσεις τις μιμήσεις, αυτό που μεταφράζεται από το παγκόσμιο παιχνίδι της γκριμάτσας (βραδυγλωσσία, κλπ.). Η ανάγνωση του προσώπου επιτρέπει άλλοτε μια εκμάθηση των συναισθημάτων στο πρόσωπο του άλλου, όσο και την εκμάθηση των λειτουργιών του που είναι απαραίτητες για τη γλώσσα και την επικοινωνία. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2020, οι καθηγητές παιδιατρικής Christèle Gras-Le Guen, η αντιπρόεδρος της γαλλικής παιδιατρικής κοινωνίας και ο Régis Hankard συντονιστής του παιδιατρικού δικτύου κλινικής έρευνας Pedstart, είναι κατηγορηματικοί: «Το COVID-19 δεν είναι μια ασθένεια που προσβάλλει τα παιδιά. (…) Το Covid-19 δεν είναι σίγουρα παιδιατρική νόσος.

Παρά αυτήν την ιατρική παρατήρηση, οι διαμαρτυρίες των παιδιών σχετικά με τη χρήση μάσκας μπορούν να θεωρηθούν απαρατήρητες να επιφέρουν ακόμη και επίπληξη, με το πρόσχημα ότι δεν θα ήταν τόσο τρομερό να φοράτε μάσκα όλη την ημέρα (“οι χειρουργοί τις φορούν καλά!” ). Εξ ου και το σιωπηρό μήνυμα ότι τα παιδιά δεν επιτρέπεται πλέον να παραπονιούνται στην καθημερινή τους ζωή για τυχόν ταλαιπωρία ή σωματική και / ή ψυχολογική δυσφορία. Επιπλέον, σε επίπεδο φυσιολογίας, το να στερείς τα παιδιά από το οξυγόνο, επιδεινώνει όλο αυτό που θα πούμε παρακάτω. Το να φοράτε μάσκα συνεχώς δυσκολεύει την αναπνοή και τονίζει το αίσθημα άγχους. Οι γιατροί παρατηρούν επίσης αύξηση των αναπνευστικών προβλημάτων όπως η ασθματική βρογχίτιδα. Η έλλειψη οξυγόνωσης του εγκεφάλου προκαλεί ελλείμματα συγκέντρωσης, προσοχής, μνήμης, διακινδυνεύοντας περισσότερα παιδιά να αποτύχουν στο σχολείο, για να μην αναφέρουμε τις επιπτώσεις στην ανοσία τους.

 

Η Dr Margarite Griesz-Brisson, Δρ, Ιατρικής, συμβουλεύτρια νευρολόγος και νευροφυσιολόγος με doctorat στην Φαρμακολογία προειδοποιεί επί της σοβαρότητας ενός προβλήματος κορεσμού του οξυγόνου και κορεσμού στο C02 : σύμφωνα με αυτήν « για τα παιδιά και τους ανήλικους οι μάσκες είναι απολύτως απαγορευτικές » κι αυτό για να επιτρέψουμε την ανάπτυξη του ανοσοποιητικού συστήματος και την ανάπτυξη του εγκεφάλου.

Σοβαρές διαταραχές στη συμβίωση και την κοινωνικοποίηση

Ο φόβος και ο τρόμος είναι οι κυρίαρχες λέξεις αυτής της υγειονομικής πολιτικής , στην οποία ο άλλος δεν είναι πια ο πλησίον, αλλά ένας δυνητικός εχθρός με τον οποίο όλοι πρέπει να είναι επιφυλακτικοί τηρώντας τις αποστάσεις παρεμποδίζοντας κάθε εκμάθηση της αδελφοσύνης και της αλληλεγγύης. Αυτή η μόνιμη δυσπιστία- επιφύλαξη είναι πιθανό να επιφέρει ένα αίσθημα-σύνδρομο καταδίωξης το οποίο, εάν ενισχυθεί όπως το παρατηρούμε από σχιζοειδείς διαταραχές καθώς και από έλλειμμα ενσυναίσθησης, μπορεί να επιφέρει με τρέχοντες όρους σε πράξη αυτοκαταστροφικές (αυτοκτονικές συμπεριφορές) ή ετερο-επιθετικές (χτυπήματα και τραύματα, παρορμητικές συμπεριφορές, καταστροφές), καθώς και διαταραχές παραληρητικής φύσης (σύνδρομο καταδίωξης). Έχουμε σχόλια από δασκάλους, γονείς και παιδιά σχετικά με την ανάπτυξη συμπεριφορών που είναι πλέον ακατάλληλες για το δημοτικό σχολείο και μετά (π.χ. να κοιμούνται στην τάξη, αίσθηση αδράνειας έναντι μιας αρχής της οποίας τη νομιμότητα δεν αναγνωρίζουν πλέον τα παιδιά λόγω της βίας που υπέστησαν, παρενόχληση μεταξύ μαθητών και πέρασμα σε βίαιες ενέργειες, ειδικά κατά τη διάρκεια της καντίνας).

Η έλευση νέων κακοποιήσεων στο εσωτερικό των σχολικών εγκαταστάσεων

Η τρέχουσα υγειονομική πολιτική επιφέρει την εμφάνιση νέων κακοποιήσεων στα σχολεία. Αυτή η κακομεταχείριση είναι διαφόρων ειδών: προκλήσεις σε ταπεινώσεις άλλων παιδιών ή ακόμη και μελών της οικογένειάς τους, υποκίνηση δασκάλων να καταγγείλουν παιδιά που εκφέρουν “έκδηλα απαράδεκτες προτάσεις”, απομόνωση και απόρριψη, στιγματισμός, αποκλεισμός, περιφρόνηση για την ευπάθεια ορισμένων παιδιών, παρουσία δυνάμεων της τάξης γύρω από σχολικά ιδρύματα και μερικές φορές στο εσωτερικό τους, παρενόχληση.

Η ισότιμη μεταχείριση παιδιών που παρουσιάζουν ευπάθεια προσθέτει μια κακομεταχείριση αναδιπλασιασμένη από διακρίσεις, σε μια ήδη δύσκολη κατάσταση . Για παράδειγμα, τα παιδιά που έχουν ήδη γλωσσικές διαταραχές επηρεάζονται διπλά. Τα ασθματικά και / ή φοβικά παιδιά αντιμετωπίζουν ένα αυξημένο άγχος και επιδεινωμένες ψυχοσωματικές συνέπειες. Τα παιδιά με προβλήματα ακοής δεν μπορούν πλέον να προσκολληθούν στην έκφραση του προσώπου (η έκφραση του προσώπου είναι μία από τις 5 παραμέτρους της νοηματικής γλώσσας, χωρίς αυτήν την παράμετρο το σημάδι χάνει την αξία έντασης και δεν έχει πλέον το ίδιο νόημα). Τα παιδιά με αυτισμό έχουν αυξημένη δυσκολία στην ανάλυση προσώπων, γεγονός που επιδεινώνει το κοινωνικό έλλειμμα από το οποίο ήδη υποφέρουν. Επομένως, όλη η ψυχο-εκπαιδευτική υποστήριξη είναι εντελώς αναστατωμένη. Η επιτελούμενη εργασία ως τώρα για αρκετούς μήνες (ακόμη και χρόνια) καταστρέφεται (εκμάθηση μιμητικής, εκφράσεις του προσώπου, αποκρυπτογράφηση συναισθημάτων). Σε ορισμένους αυτιστικούς εφήβους, η θανατηφόρα κάλυψη των μέσων ενισχύει την ψυχική τους ακαμψία και ενισχύει τις διαταραχές άγχους που ήδη υπάρχουν. Ο Christophe Leroy, γιατρός στη μοριακή και κυτταρική βιολογία, συνοψίζει τη σοβαρότητα της κατάστασης ως εξής: «Στην ηλικία που μαθαίνουν συναισθήματα , ανάγνωση, προφορική και γραπτή έκφραση, κίνηση, ισορροπία, ξαναβρίσκονται στα διαλείμματα με μάσκες, σταθμευμένα σε κύκλους ή οριοθετημένα τετράγωνα, εγκλωβισμένα σε εσωτερικούς ασφυκτικούς χώρους μπροστά σε καθηγητές καθρέφτες. Κακομεταχείρηση; Aναμφίβολα. Ο φόβος, η αγωνία, το άγχος και η ακινησία που φαίνεται να είναι η νέα συντακτική γραμμή αυτής της κυβέρνησης για την εκπαίδευση και ανάπτυξη των παιδιών μας παραμένουν κυρίαρχα.

Η αρχή-εξουσία βιώνεται ως απάνθρωπη, ρομποτοποιημένη, από το παρατηρητήριο επιτήρησης, αμετροεπής, της επιτήρησης και της τιμωρίας, χωρίς το αντίστοιχο που συνήθως καθιστά τα εκπαιδευτικά όρια μόνο τότε αποδεκτά, δηλαδή την καλοσύνη, την τρυφερότητα και τον εξανθρωπισμός των ανθρώπινων σχέσεων μέσω συναισθημάτων. Και αυτό χωρίς να υπολογίζουμε την εισβολή της αστυνομίας στο εσωτερικό σχολικών ιδρυμάτων, μερικοί αστυνομικοί έλαβαν θέσεις οπλισμένοι στην είσοδο των σχολείων και των κολλεγίων: με ποια συνθήκη του τρόμου θέλουμε να εμποτίσουμε την ψυχή των παιδιών; Εδώ, για παράδειγμα, είναι η δημόσια μαρτυρία μιας μητέρας (επιπλέον πρώην καθηγήτρια κλασικής φιλολογίας για 16 χρόνια) για την κόρη της στο κολέγιο, και η οποία αντικατοπτρίζει τις μαρτυρίες που λαμβάνουμε καθώς και τις δηλώσεις των γονέων και των παιδιών σε διαβούλευση:

οι καθηγητές είναι όλο και πιο αποτρόπαιοι, εκτός από μια μειονότητα μια καθηγήτρια τόλμησε να της πει ότι δεν ήταν η μάσκα της που την εμπόδιζε να αναπνεύσει, αλλά ότι «είχε πρόβλημα με τον εγκέφαλο», μια άλλη την κατηγόρησε ότι είναι δυνητικά υπεύθυνη για το θάνατο της οικογένειάς της, μια άλλη αρπάζει τις φωτοτυπίες της με μια πένσα, για να τις βάλει σε καραντίνα σε μια τσάντα πριν τις αγγίξει… Η νοσοκόμα του γυμνασίου περνά κάθε δύο εβδομάδες στα μαθήματα για να υπενθυμίσει στους μαθητές ότι μπορεί να σκοτώσουν τους παππούδες τους, και δεν πρέπει να αγκαλιάζονται με την οικογένεια τους… “Αυτή η μητέρα σημειώνει διάφορες πράξεις κακοποίησης παιδιών από καθηγητές, για παράδειγμα:” Πώς μπορείτε να ανεχτείτε ένας μαθητής που διώχθηκε από την τάξη για επανειλημμένη προσπάθεια να αναπνέει λίγο ενώ γλίστρησε τη μάσκα κάτω από τη μύτη του; Πώς μπορείτε να ανεχτείτε έναν μαθητή να υποστηρίζεται και να κατηγορείται για φασαρία όταν βρέθηκε να έχει ζάλη λόγω της υποξίας που δημιουργείται από τη χρήση της μάσκας; ”  Ένα άλλο παράδειγμα, μεταξύ των πολλών κακομεταχείρισης που φαίνεται να εμφανίζονται στα σχολεία, της βίας ενήλικων εναντίον παιδιών και μας έχει αναφερθεί σε άμεση μαρτυρία είναι αυτό ενός καθηγητή που απειλεί έναν μαθητή του Γυμνασίου με μια αγωγή για πρόκληση βλάβης στη ζωή ενός άλλου, επειδή είχε αφαιρέσει τη μάσκα του για να βάλει μια ελαστική ταινία στους ορθοδοντικούς δακτυλίους της! Έτσι, οι προαναφερθέντες ενήλικες που υποτίθεται ότι θα καθησυχάσουν και προστατεύσουν τα παιδιά, μπορούν έτσι να αντιδράσουν με άσχημο, ακόμη και παράλογο τρόπο, χάνουν αυτοί οι ίδιοι την κατανόηση και τη βασική τους ασφάλεια.

Μια καταδίκη της τρυφερότητας και ενσυναίσθησης, μια σιωπηρή απαγόρευση της ετερότητας

Η υποχρεωτική κοινωνική απόσταση και η χρήση μάσκας σε σχολεία από την ηλικία των 6 ετών απαγορεύει αποτελεσματικά την άνεση των παιδιών στο σχολείο μέσω της τρυφερότητας, η οποία γίνεται επικίνδυνη πράξη, απαγορεύεται και εξομοιώνεται ως τέτοια. Ο αυθορμητισμός των χειρονομιών απαγορεύεται, καταστέλλεται και τιμωρείται. Η τρυφερότητα ακόμη και εντός της οικογένειας κατηγορείται στην αφήγηση των μέσων ενημέρωσης. Η κοινωνική απομόνωση εντός των οικογενειών ενθαρρύνεται, υπό την ποινή του εκβιασμού της ενοχής: έτσι το παιδί εξομοιώνεται με έναν δολοφόνο αν αγκαλιάσει αυθόρμητα τους παππούδες του! Η αναπαράσταση της νόσου είναι από μόνη της προβληματική, που θεωρείται ως ξένος και αόρατος εχθρός από τον οποίο πρέπει κανείς να προστατεύσει τον εαυτό του απομακρυνόμενος από τους άλλους. Τα παιδιά αναπτύσσουν ανησυχίες σε σχέση με αυτό που αγγίζουν, ειδικά επειδή η αφή είναι μια από τις πρώτες αισθήσεις που εμπλέκονται στην ανακάλυψη του κόσμου (θυμηθείτε ότι τα μωρά μεταφέρουν αντικείμενα στο στόμα τους πριν να τα χειραγωγήσουν, να ανακαλύψουν τον κόσμο. Τα παιδιά αγγίζουν το υλικό, τα παιχνίδια, τα ρούχα και αυτό είναι πρωταρχική ανάγκη στο ψυχικό σύνταγμα της αρχής της πραγματικότητας). Το να στερήσεις τα παιδιά από την αφή είναι να τους στερήσει τη βασική αισθητηριακή πρόσβαση στον κόσμο γύρω τους και είναι σοβαρή κακοποίηση με τρομερές συνέπειες. Η πρόσβαση στα συναισθήματα γίνεται εξαιρετικά προβληματική φορώντας μάσκα. Τα παιδιά δεν μαθαίνουν πλέον να διαβάζουν σωστά τα συναισθήματα στο πρόσωπο ενός ενήλικα, γεγονός που ενισχύει διαδικασίες απώλειας συναισθημάτων. Η αφαίρεση της μάσκας σε ενήλικες προκαλεί άγχος σε μικρά παιδιά, τα οποία ως εκ τούτου βιώνουν το πρόσωπο του ενήλικα ως απειλητικό. Ο άλλος θεωρείται εχθρός, ο οποίος ασκεί πίεση στην ανάπτυξη της ετερότητας. Η σχέση με το σώμα, η απώλεια πρόσβασης στην ανθρωπότητα καθώς και η γενική σύγχυση (βλέπε παρακάτω) οδηγούν σε προβλήματα συμπεριφοράς και, για ορισμένα παιδιά, σε απώλεια της αίσθησης της πραγματικότητας που μπορεί επίσης να οδηγήσει σε διαταραχές ψυχωτικής φύσης. Όσο νεότερο είναι το παιδί, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος σήμερα.

Ένα εμπόδιο στην ψυχο-συναισθηματική, σχεσιακή, ψυχοκινητική ανάπτυξη και παλινδρομήσεις στη μάθηση

Σε ηλικία 6 ετών, το παιδί δεν έχει φτάσει ακόμα στο λογικό στάδιο και ζει σε έναν κόσμο μαγικής σκέψης. Η ψυχο-συναισθηματική και σχεσιακή του ανάπτυξη αποτρέπεται σήμερα (π.χ.: αδύνατο να καθησυχαστεί μ’ ένα χαμόγελο ή εκφράσεις στο πρόσωπο του ενήλικα του περιβάλλοντος του). Ο Αμερικανός αναπτυξιακός ψυχολόγος και ακαδημαϊκός Edward Tronick έχει αποδείξει στην έρευνά του (the « Still Face Experiment ») ότι ένα βρέφος είναι στην αναζήτηση του διαρκούς μοιράσματος με τη μητέρα του, και βρίσκεται σε ψυχική δυσφορία σοβαρή έναντι στην απουσία διαδράσεων ή ακόμη και της μη εκφραστικότητας ενός προσώπου ή, απάθειας. Αυτό έχει έναν άμεσο σοβαρό αντίκτυπο επί της αποτελεσματικής ανάπτυξης και της σχέσης προσκόλλησης. Το παιδί είναι ευαίσθητο σε 3 στοιχεία : στις εκφράσεις προσώπου, στα φωνητικά και τις στάσεις σώματος. Η μάσκα σήμερα έρχεται να εμποδίσει στην πραγματικότητα αυτό που ο Αμερικανός ψυχολόγος αποκαλεί θεμελιώδεις εκφραστικές μονάδες, δηλαδή την ικανότητα του μικρού παιδιού να μεγαλώσει χωρίς επεισόδια δυσφορίας ενόψει της μη εκφραστικότητας του προσώπου των ενηλίκων γύρω του. Φορώντας μάσκα τ άτομα εμποδίζουν την πρόσβαση σε ένα χαμόγελο και στα χαρακτηριστικά του προσώπου, κι αυτό de facto, δημιουργεί αυτήν την αδυναμία και συνεπώς θέτει σε κίνδυνο σοβαρά την ψυχική ανάπτυξη των μικρών παιδιών. Από την ηλικία των 4 έως 6 εβδομάδων, τα μωρά αναπτύσσουν κινήσεις των χειλιών και αντίδραση στο περιβάλλον τους με αυτόν τον τρόπο για να δείξουν τη χαρά που παίρνουν από την αλληλεπίδραση μαζί του. Η παροχή και η εμφάνιση ενός χαμόγελου έχει θετικές επιπτώσεις στην ευημερία, την ανάπτυξη και τη μάθηση. Αυτός ο μηχανισμός έχει εξηγηθεί σε νευρολογικό επίπεδο από την πρόσφατη ανακάλυψη «καθρεπτών νευρώνων» ή νευρώνων ενσυναίσθησης που επιτρέπουν στους ανθρώπους να βάλουν τον εαυτό τους στη θέση των άλλων και να μιμηθούν τις συμπεριφορές τους. Αυτοί οι νευρώνες είναι ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε ένα χαμόγελο, αφαιρώντας το χαμόγελο πίσω από τη μάσκα, επομένως πραγματοποιείται μια πολύ σημαντική εξουδετέρωση της ενσυναίσθησης σε ενήλικες έναντι των παιδιών, αλλά και στα παιδιά έναντι των ενηλίκων που τα περιβάλουν. Αυτή η ενσυναίσθηση είναι απαραίτητη για την οικοδόμηση εμπιστοσύνης στις κοινωνικές σχέσεις και ως εκ τούτου, εξαλείφοντας την πρόσβαση σε ένα χαμόγελο, η χρήση μάσκας είναι πολύ επιζήμια για την εκπλήρωση και την ψυχο-συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών.

 

Η κατάργηση του προσώπου μέσω μάσκας καθώς και οι εξαναγκασμοί που ασκούνται στο σώμα οδηγούν σε σημαντικές παλινδρομήσεις στη σχεσιακή και διανοητική ανάπτυξη του παιδιού και σε απώλεια ζωτικής δυναμικής επικοινωνίας. Για πολλά παιδιά, η κοινωνικοποίηση ξεκινά με το σχολείο και την ανακάλυψη των κανόνων της από κοινού διαβίωσης καθώς και την εξουσία του δασκάλου. Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο δάσκαλος που δεν έχει ταυτότητα, πώς να αναγνωρίσει τη διάθεσή του, να ξέρει αν είναι καλός ή άνθρωπος; Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό το πρόβλημα αναγνώρισης αφορά και τους ενήλικες, μας είπε ένας δάσκαλος σχολείου κατέθεσε ότι συγχέει τις μητέρες και είχε επιστρέψει ένα παιδί σε μια άλλη …

Μια ψυχολόγος μπέρδεψε επίσης μια μητέρα με μια άλλη, καθώς έψαχνε το παιδί στην αίθουσα αναμονής. Πρόκειται για ένα σοβαρό πρόβλημα προστασίας των παιδιών, των οποίων η ασφάλεια κινδυνεύει. Η γλώσσα συνδέεται με τα συναισθήματα, υπάρχει ανάγκη ανάγνωσης των εκφράσεων του προσώπου, των εκφράσεων του στόματος και της ακρόασης μιας φωνής συνοδευτικά συναισθήματα. Το να αρνηθείς αυτή τη μορφή επικοινωνίας που έγκειται στην ανάγνωση της γλώσσας και των σημείων στο πρόσωπο σημαίνει ότι αποκηρύττεις τη μη λεκτική επικοινωνία και τις λεπτές αποχρώσεις της, την ειρωνεία και το χιούμορ που απηχεί στις εκφράσεις του προσώπου, στην ανάλυση της παράδοξης επικοινωνία… Ποια συνάφεια υπάρχει σήμερα με την ανάπτυξη στο εσωτερικό των εγκαταστάσεων της γλώσσας των σημαδιών-νευμάτων στο όνομα της « ένταξης;» Επιπλέον, η διακοπή της πρόσβασης σε ένα ουσιαστικό όργανο επικοινωνίας , μειώνει την δεκτικότητα των άλλων. Τα παιδιά εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εκφράσεις του προσώπου για να κατανοήσουν και να κατανοήσουν το περιβάλλον τους: «Η απόκρυψη του κάτω μισού του προσώπου μειώνει την ικανότητα να επικοινωνούν, να ερμηνεύουν και να μιμούνται τις εκφράσεις εκείνων με τους οποίους είναι σε επαφή. Τα θετικά συναισθήματα γίνονται λιγότερο αναγνωρίσιμα και τα αρνητικά συναισθήματα ενισχύονται. Η συναισθηματική μίμηση, η μετάδοση και η γενική συναισθηματικότητα μειώνονται καθώς και οι δεσμοί δασκάλων-μαθητών, η ομαδική συνοχή και η μάθηση – εκ των οποίων τα συναισθήματα είναι σημαντικός μοχλός.

Η ανάπτυξη του λόγου παρεμποδίζεται σοβαρά, όπως και η ανάγνωση, η οποία λειτουργεί επίσης μιμούμενη φωνήματα από τα πρόσωπα άλλων.
Οι καθηγητές μαρτυρούν τις δυσκολίες στην ακρόαση μέσω της μάσκας, τα παιδιά γίνονται πιο ταραγμένα στην τάξη, χωρίς να έχουν πρόσβαση σε μια σωστή ακοή στα μαθήματα που λαμβάνονται… Σε πολλά νηπιαγωγεία, απαγορεύεται η αυθόρμητη πρόσβαση στα παιχνίδια (φόβος μετάδοσης από παιχνίδια), που εμποδίζει την ψυχική και κινητική ανάπτυξη των μικρών παιδιών.

Μια σημαντική αποδυνάμωση της καλοπροαίρετης / περιέχουσας εξουσίας και της γονικής στάσης

Το κυρίαρχο μήνυμα είναι το άγχος για το μέλλον. Τα πρότυπα είναι λυπημένοι και υπάκουοι ενήλικες, που είναι ευάλωτοι από την αβεβαιότητα σχετικά με την οικονομική κατάσταση (η οποία με τη σειρά της αποδυναμώνει τα παιδιά). Η τρέχουσα υγειονομική πολιτική αποδυναμώνει επίσης τη γονική στάση με τα παιδιά, θέτοντας τους γονείς σε μια κατάσταση που τα παιδιά πρέπει να υπακούουν, γεγονός που οδηγεί τόσο στη γονική αδυναμία όσο και στην απώλεια σημείων αναφοράς για τα παιδιά. Και η συμβολική της γονικής εξουσίας βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, αλλά ας θυμηθούμε ότι είναι πρώτα και κύρια η γονική αρχή που καθησυχάζει τα παιδιά και τους επιτρέπει να μεγαλώνουν σε ένα συναισθηματικό περιβάλλον που είναι ασφαλές για αυτά. Οι γονείς δεν έχουν επιχειρήματα , δεν είναι πλέον σε θέση να υποσχεθούν ότι «θα τελειώσει», δεν υποστηρίζουν απαραίτητα την κυρίαρχη και μονοπωλιακή αφήγηση των μέσων ενημέρωσης και δεν έχουν χρόνο να προετοιμάσουν τα παιδιά για τη χρόνια μεταβλητότητα των πολιτικών αποφάσεων με «άμεσο αποτέλεσμα». Οι γονείς δεν μπορούν, λοιπόν, να συνοδεύσουν τα παιδιά τους στις παραστάσεις τους, να τα καθοδηγήσουν και να τα σώσουν. Έχουν εξαντλήσει τα επιχειρήματα για να εξηγήσουν καταστάσεις που τα παιδιά δεν αποτυγχάνουν ποτέ να αμφισβητήσουν με την κοινή τους λογική.

Μια απώλεια δομικών σημείων αναφοράς και παράδοξοι λόγοι

Η κατάσταση οδηγεί σε απώλεια σημείων αναφοράς έναντι του κόσμου ενηλίκων, βιωμένου ως απειλητικού κι ασυναφή. Για παράδειγμα ένα παιδί μαρτυράει για να πει ότι δεν καταλαβαίνει μπορεί να πάει στην τάξη αλλά δεν μπορεί να παίξει στο δρόμο με τους κολλητούς του όπως πριν. Το παράδοξο είναι επίσης παρόν…

Το σχολείο δεν είναι πλέον ο τόπος εκμάθησης της κοινωνικοποίησης, αλλά της μάθησης της κοινωνικής απόστασης. Δεν είναι πλέον ο τόπος διαμονής μαζί, αλλά εκείνος που σηματοδοτεί τη δυσπιστία όλων ενάντια σε όλους. Ο κοινωνικός δεσμός δέχεται επίθεση: τα αγαπημένα πρόσωπα γίνονται πιθανοί εχθροί, πλέουμε σε εκπαιδευτικά παράδοξα. Θα θέλουν τα παιδιά να μεγαλώσουν για να ανήκουν στον κόσμο των ενηλίκων καθώς τους τον παρουσιάζουμε; Ή θα αποκοπούν και θα καταφύγουν στο φανταστικό αρνούμενοι να μεγαλώσουν, με συναισθήματα παντοδυναμίας με περάσματα στην πράξη, ή με παραληρητικές ιδέες σε ντελίριο; Για να μην αναφέρουμε την αύξηση της χρήσης των οθονών, η οποία είναι ήδη προβληματική, με αποτέλεσμα τη φυγή από την πραγματικότητα και των κοινωνικών δεσμών στον ίδιο τον οικογενειακό χώρο…..

Πρέπει πραγματικά να σφάζουμε ολόκληρα κοπάδια ζώων που φέρουν έναν ιό ή είναι η ιδέα της εξάλειψης ενός ιού σκοτώνοντας τον ζωντανό φορέα του αποκαλύπτει περισσότερο μια επικίνδυνη πρωτόγονη σκέψη ψυχωτικού τύπου; ….

Τα παιδιά σήμερα στιγματίζονται, ενώ κατά την πρώτη περίοδο του 2020 θεωρήθηκαν ακίνδυνα. Η χρήση μάσκας θεωρείται ως αυθαίρετη χειρονομία. Πολλά υποβάλλουν σε εντολές που θεωρούνται αυθαίρετες για να «μην έχουν κανένα πρόβλημα» χωρίς να καταλαβαίνουν την έννοια του τι τους ζητείται. Μόλις ένα παιδί ξύσει τη μύτη του, ή χαμηλώσει τη μάσκα του, αναγκάζεται να απομονωθεί ή / και να το μαλώσουν. Βιώνουν τον εαυτό τους ως «κακό», οι σχολικές έξοδοι μπορούν να ακυρωθούν, τα toboggans να κλείσουν και τι θα γίνει με την πρόσβαση στις βιβλιοθήκες;

Είναι επείγον να ξαναβρούμε τη λογική

Εάν ξαναπάρουμε αυτά τα στοιχεία από την άποψη της θεραπείας, στην περίπτωση που μας ενδιαφέρει πρόκειται για μια προληπτική θεραπεία, έτσι όπως μας παρουσιάστηκε η μάσκα για τα παιδιά και η φυσική τους απόστασή στο σχολικό περιβάλλον, είναι τότε απαραίτητο, όπως για κάθε θεραπεία, συμπεριλαμβανομένης της προληπτικής, να αξιολογηθεί η αναφορά της κίνδυνοι / οφέλη. Ας θυμηθούμε πρώτα ποιος είναι ο άμεσος στόχος που επιδιώκει αυτήν η προληπτική θεραπεία (το «όφελος»): μείωση της κυκλοφορίας του ιού SARS-Cov-2 (ή του ιού COVID-19) στο σχολικό πληθυσμό και κατά συνέπεια στον γενικό πληθυσμό, δηλαδή στην πράξη, ο αριθμός των μολυσμένων ατόμων. Η επιτυχία αυτού του στόχου θα εξαρτηθεί από δευτερεύοντες στόχους, όπως η μείωση του αριθμού των νοσοκομειακών ασθενών και ιδιαίτερα εκείνων των σοβαρών μορφών που γίνονται δεκτές στη μονάδα εντατικής θεραπείαςκαθώς και η θνησιμότητα λόγω αυτής της ασθένειας, μια συσχέτιση που είναι πράγματι πιθανή από επιδημιολογική οπτική, όσο και μια χρονική σύνδεση (η μείωση του αριθμού των συμπτωματικών ασθενών μετά από αυτά τα μέτρα) δεν συνεπάγεται από μόνη της αιτιώδη συσχέτιση και ότι η τελευταία θα πρέπει να υποστηρίζεται από άλλα επιχειρήματα με επαρκή μεθοδολογία. Η πρόληψη στα σχολεία (φορώντας μάσκα και κοινωνική απόσταση που βαπτίστηκε φυσική) δεν την προσανατολίζει παρά μόνο από παθητική άποψη, ως ένα είδος γραμμής μαζικό κατά του ιού, χωρίς να λαμβάνει πραγματικά υπόψη τις ικανότητες άμυνας ειδικά για κάθε άτομο, έξω, και αυτό παράδοξα, αυτών, των αδύναμων, «ευάλωτων» άνθρωποι. Αυτό μόλις επιβεβαίωσε το προφανές: η προσωπική ανοσοποιητική άμυνα ενός ανθρώπου παίζει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της ανάπτυξης μιας μολυσματικής ασθένειας. Οι μεγάλες δυσκολίες στην θεραπευτική ή προληπτική θεραπεία λοιμώξεων σε ασθενείς που πάσχουν από συγγενή ή επίκτητη ανοσολογική ανεπάρκεια είναι, αντιθέτως, απόδειξη αυτού.……….

Όποια και αν είναι η ηλικία, η υγιεινή της ζωής (αναπνεύσιμος αέρας, φυσικό φως, χώρος διαβίωσης, φυσική δραστηριότητα, περιβάλλον διαβίωσης, καρδιακοί ρυθμοί όπως ύπνος, σχολική ή επαγγελματική δραστηριότητα και παραγωγές κ.λπ., όλα αυτά τα στοιχεία διαταράσσονται έντονα από τη ζωή στον εγκλεισμό), το φαγητό και οι συνθήκες των γευμάτων, έχουν ιδιαίτερη σημασία για την κατάσταση της ψυχικής διάθεσης. Πολλές μελέτες έχουν δείξει ότι μια καταθλιπτική διάθεση (κατά μείζονα κατάθλιψη), καθώς και το χρόνιο άγχος, μειώνουν την ανοσολογική άμυνα εκείνων που πάσχουν από αυτήν. Οι κοινωνικοί παράγοντες παίζουν μεγάλο ρόλο σε αυτές τις ψυχικές καταστάσεις, και η ομαδική συνοχή καθώς και η ποιότητα των συναισθηματικών σχέσεων με τους γύρω τους είναι σημαντικά στοιχεία στην πρόληψη ή τη θεραπεία τους. Για τους νεότερους, που έχουν λιγότερα μέσα συναισθηματικής απόστασης από τους ενήλικες, η χρήση μάσκας, η κοινωνική απόσταση και ακόμη και ο περιορισμός προφανώς, υπό την οπτική των στοιχείων που αναπτύχθηκαν παραπάνω, εναντιώνονται στην ανάπτυξη καλής προσωπικής ανοσίας. Για να επιστρέψουμε πιο συγκεκριμένα στη χρήση μάσκας στα σχολεία, τι μπορούμε να περιμένουμε από την άποψη της μόλυνσης; Η μόνη πραγματική του δράση είναι ο περιορισμός της ποσότητας των αποστειρώσεων και άλλων σωματιδίων που εκπέμπονται από το στόμα και τη μύτη. Σκοπός της δεν είναι να προστατεύει τον χρήστη από αυτά τα σωματίδια αλλά από τον κοντινό χώρο που τον περιβάλλει: η χειρουργική μάσκα προστατεύει το χειρουργικό πεδίο και όχι τον χειρουργό. Στις καλύτερες περιπτώσεις, η μάσκα που φορούν τα παιδιά μπορεί να περιορίσει εν μέρει μόνο τη μόλυνση μεταξύ τους κατά τη διάρκεια του σχολικού χρόνου. Η επιβαλλόμενη φυσική απόσταση (η οποία έτσι γίνεται αποτελεσματικά κοινωνική απόσταση) μπορεί να αυξήσει αποτελεσματικά αυτόν τον περιορισμό της μόλυνσης, αλλά οποιοδήποτε παιδί στο δημοτικό σχολείο μπορεί να αναρωτηθεί για τον εαυτό του και τους γονείς του για το τι κάνει. Ερωτήσεις όπως: γιατί στα μέσα μαζικής μεταφοράς δεν είναι πλέον απαραίτητη αυτή η φυσική απόσταση (σ.σ. σκηνές απόλυτου συνωστισμού στο γαλλικό μετρό ) αφού η χρήση μάσκας είναι υποχρεωτική για ενήλικες; Ή γιατί είναι και τα δύο υποχρεωτικά μόνο στο σχολείο; Είναι η κατάσταση του σχολείου πολύ πιο επικίνδυνη από οποιαδήποτε άλλη στην καθημερινή του ζωή ; Και αν το σχολείο είναι πράγματι επικίνδυνο, γιατί τον στέλνουμε εκεί; Πώς θα απαντούσατε στη θέση των γονέων;

Για να συνοψίσουμε αυτές τις παραγράφους, είναι επιθυμητό να ρωτήσουμε εάν τα τρέχοντα μέτρα υγείας που αφορούν τα παιδιά στα σχολεία και άλλα δεν σχετίζονται περισσότερο με την υγιεινή παρά με το μητρώο της φοβίας (και αρχίζουμε να ανακαλύπτουμε το ρόλος της νοσοφοβίας των μικροβίων σε αλλεργικές ασθένειες) όσο κι ένας επιστημονισμός περισσότερο παρά μια κλινική ιατρική μέσα στις σωματικές και ψυχολογικές συνθέσεις της. Είναι επείγον να ξαναβρούμε τη λογική και να διατυπώσουμε με σαφήνεια τα ερωτήματα που θέτει αυτή η επιδημία εάν θέλουμε να έχουμε τη δυνατότητα να βρούμε επαρκείς απαντήσεις στην κατάσταση που μας επιβάλλει, χωρίς να χρειάζεται να την επιδεινώσουμε με τις ενέργειές μας, όπως το θέλει κάθε θεραπευτική καλώς κατανοητή.

Συμπέρασμα

Η παιδική ηλικία είναι σήμερα χρησιμοποιημένη ως ένα τυχαίο πειραματικό πεδίο των θεσμικών τεχνικών χειραγώγησης (cf. BVA nudge unitssupra), όπου η βία ενός κόσμου ενηλίκων ενεργεί κατ’ άγχος ενισχυμένο πάνω στο θάνατο και την ασθένεια κάνει μια εισβολή τραυματική στον κόσμο της παιδικής ηλικίας καταργώντας την με τρόπο ολοκληρωτικό και καταχράται το δικαίωμα μιας περιορισμένης αρχής, σε μια ασφαλή δομή που προωθεί τη μάθηση, κλέβοντας την αθωότητά της, τη χαρά της ζωής και την ηρεμία της.

Θα ήταν άνετο να στηριχθούμε στην προσαρμοστικότητα και την ανθεκτικότητα των παιδιών σε περίπτωση κακοποίησης, αλλά αυτό δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μας επιτρέψει να αποφύγουμε την επαγγελματική τοποθέτηση, γι ‘αυτό καλούμε τους επαγγελματίες κυρίως για την παιδική ηλικία και ενήλικες γενικότερα, να βγουν δημόσια με διακριτικότητα, υπευθυνότητα και καλοσύνη, να μπλοκάρουν αυτήν τη συστηματική κακοποίηση, να βοηθήσουν στην προώθηση μιας λογικής και μετρημένης προσέγγισης, και έτσι να διασφαλίσουν την προστασία των παιδιών του γαλλικού λαού.( σ.σ. τα παιδιά του ελληνικού λαού)

Υπογράφοντες

Karine Amistani, psychologue clinicienne

Cécile Auduc, psychologue clinicienne

Julien Baillet, psychologue, thérapeute EMDR Europe

Anaïs Barbier, psychologue

Mélissa Bellocq, psychologue spécialisée en neuropsychologie

Ariane Bilheran, psychologue clinicienne et docteur en psychopathologie

Marie Claude Bonnetto, psycho-praticienne

Sandra Brot, psychologue clinicienne

Régis Brunod, pédiatre et pédopsychiatre

Valérie Chénard, psychologue sociale et du travail

Stéphanie D’Attoma, Psychologue

Isabel Dousset, psychopédagogue

Anne Laure Duprat, psychologue référente de la CUMP 24, Psycho-traumatologue Laetitia Dutoict, thérapeute et praticienne EMDR

Thierry Duverger, psychologue clinicien

Sonia Fazio, Psychologue Clinicienne, Psychothérapeute, Expert près les Tribunaux

Catherine Frade psychologue et psychopathologue du travail, docteur en pharmacie, ancienne présidente de l’association EMDR France

Anne Gendron, psychologue

Laetitia Guias, psychologue du travail

Marie-Laurence Hercenberg, psychologue clinicienne

Stéphanie Jacques, psychologue clinicienne

Marie-Pierre Josancy, psychothérapeute pour enfants

Amandine Lafargue, psychologue clinicienne, psychologue sociale et des organisations du travail, psychothérapeute et psychanalyste

Virginia Leclercq, psychanalyste

Laurence Leroy, psychologue clinicienne

Carole Mary, psycho-praticienne et infirmière

Émilie Michaud, psychologue

Yoanna Micoud, psychologue clinicienne

Consuelo Palacios, psychologue clinicienne

Gwenaëlle Persiaux, psychologue clinicienne

Amandine Potier, psychologue clinicienne

Jocelyne Rabier, psychologue

Laurence Rasmussen-Amigues, psychologue clinicienne

Juliette Rocache, psychologue

Marta Cecilia Rodriguez Rave, psychologue clinicienne

Caroline Sanmori, Psychologue Clinicienne et Psychologue Scolaire

Marie-Catherine Thevenet, psychologue clinicienne et psychanalyste

Isabelle Torisi, psychanalyste

 

 

 

What’s your Reaction?
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
+1
0
Κοινοποιείστε το άρθρο